14 Ιουνίου, 2024

«φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» – Το κήρυγμα της Ιεράς Μητροπόλεως για την Κυριακή του τυφλού, 9/6/2024

Μέσα στήν ὄμορφη καί ἀναστάσιμη διαδρομή πρός τήν Πεντηκοστή βλέπουμε σήμερα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ νά ἀποκαλύπτεται ὡς δημιουργός καί συντηρητής τοῦ κόσμου. Κατά τή διαδρομή Του ἀνάμεσα στήν πολύπαθη ἀνθρωπότητα συναντάει ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό. Πλάθει τούς ὀφθαλμούς πού ἔλειπαν, ὅπως ἔπλασε τόν Ἀδάμ, παίρνοντας χῶμα ἀπό τή γῆ, καί τούς τοποθετεῖ στό σῶμα τοῦ τυφλοῦ χαρίζοντάς του τήν ὅραση. Ἐπειδή, ὅμως, αὐτό τό ἔκανε κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, σκανδάλισε τούς θρησκόληπτους ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι κίνησαν μία ὁλόκληρη διαδικασία ἀνακρίσεων, προκειμένου νά προσβάλουν τό μεγαλεῖο τοῦ Θεανθρώπου.

Ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει πώς ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας. Ὁμολογεῖ γιά τόν ἑαυτό Του μέ ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί σοβαρότητα: «φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Θέλει νά φωτίσει τόν κόσμο, καθώς τόν βλέπει νά ταλαιπωρεῖται στά σκοτάδια τῆς ἀποξένωσης ἀπό τόν Θεό. Μέ τό στόμα τοῦ ποιητῆ φωνάζουν οἱ ἄνθρωποι: «φῶς, περισσότερο φῶς», ἀλλά τά κτιστά φῶτα κάθε ἐποχῆς δέν φτάνουν μέχρι τά ἐσώτατα τῆς ψυχῆς. Ἔτσι φαίνεται ὅτι τό σκοτάδι στό τέλος ἐπικρατεῖ καί κυβερνάει.

Ἡ ἀληθινή δύναμη βρίσκεται στό αἰώνιο καί ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός λέγει: «φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» πρῶτον, γιά νά δείξει πώς αὐτό τό φῶς τό βρίσκει κάποιος μέσα ἀπό τήν πίστη. Τό ἀληθινό φῶς τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ πίστη στό πρόσωπό Του. Ξέρει, βεβαίως, πώς τά θαύματα δέν βοηθοῦν στήν καλλιέργεια τῆς πίστης, διότι ἡ πίστη δέν ξεκινάει ἀπό τίς ἀποδείξεις ἀλλά ἀπό τήν ἀγαθή προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀπό τήν ἀγάπη. Ὁ ἄπιστος ἄνθρωπος, ὅσα θαύματα καί ἄν δεῖ, ἄπιστος θά παραμείνει. Ἡ πίστη εἶναι σχέση καί ἐμπιστοσύνη. Οἱ ἄνθρωποι ἔπεσαν στά σκοτάδια τῆς ἀπιστίας, ὅταν ξέπεσαν ἀπό τόν Παράδεισο. Ἔχασαν τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί σιγά σιγά Τόν ξέχασαν. Ἔμειναν μόνοι μέ τίς ἁμαρτίες, τά πάθη καί τίς πτώσεις τους. Ἀντικατέστησαν τόν ἀπολεσθέντα ἀληθινό Θεό μέ ψεύτικους θεούς, μέ θρησκεῖες, μέ ἀπατηλά εἴδωλα, μέ σκοτεινές ἀντιλήψεις, μέ τή μαγεία καί τίς δεισιδαιμονίες. Ἀμέτρητες φιλοσοφίες καί ἰδεολογίες ἀναπτύχθηκαν, γιά νά φωτίσουν τίς σκοτισμένες συνειδήσεις, ἀλλά περισσότερο τίς βύθισαν στό σκοτάδι τοῦ ψεύδους. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ψεύδους καί τῆς πλάνης εἶναι ἡ καταρράκωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ βρισκόταν στήν ὕψιστη κορυφή τῆς κτίσης καί ἔχαιρε τῆς ἀπόλυτης τιμῆς, δέν ἐκτίμησε τή μοναδικότητά του, ἀλλά παρασυνεβλήθηκε μέ τά κτήνη, πού δέν ἔχουν λογική σκέψη, καί ὁμοιώθηκε μ’ αὐτά. Χωρίς σχέση μέ τόν ἀληθινό Θεό θεοποίησε τόν ἑαυτό του. Ὑποτάχτηκε στά πάθη, στά ἔνστικτα, στό θέλημά του καί ἔγινε οἰκτρός δοῦλος τῶν ἀληθινῶν ἤ ψεύτικων ἀναγκῶν του. Σάν θηρίο ἀλληλοσπαράζεται ἀπό τή βία καί τίς συγκρούσεις. Σκοτίστηκε ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του καί ὡς τυφλός πέφτει ἀπό παγίδα σέ παγίδα. Ἡ ζωή του ἔγινε ἕνα δράμα χωρίς διάλειμμα, μία κόλαση χωρίς παρηγοριά καί φῶς. Σ’ αὐτή τήν ἀπελπιστική κατάσταση ἔρχεται ὁ Χριστός ὡς ἀληθινό καί ἀνέσπερο φῶς. Ἀνατέλλει στόν κόσμο καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές ὁ λαμπερός Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί φέρνει τήν ἰσορροπία στά τραγικά καί πονεμένα παιδιά Του.

Δεύτερον, ὁ Ἰησοῦς λέγει: «φῶς εἰμι τοῦ κόσμου», γιά νά δείξει πώς τό φῶς τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἔρχεται νά φωτίσει τήν ἀνθρωπότητα μέ τήν ἀγάπη, ἀφοῦ μόνον ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἀσφαλής δρόμος τῆς θεογνωσίας. Τό πρῶτο ἀγαθό πού ἔχασε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δοκίμασε τήν ἁμαρτία, ἦταν ἡ ἀγάπη. Χωρίς ἀγάπη ἡ ζωή ἔγινε σκληρή καί ἀπάνθρωπη. Ἡ ἀγάπη ἔγινε τό ζητούμενο καί ποθούμενο, ἀλλά ποτέ τό βιούμενο. Ἔμεινε ὡς ἀνάγκη καί πόθος, ἀλλά μολύνθηκε ἀπό τό μικρόβιο τοῦ ἐγωισμοῦ. Ἔτσι ἡ ἀγάπη ἔπαψε νά εἶναι ἄδολη προσφορά. Κακοφόρμισε ὡς ἀχόρταγη ἐπιθυμία καί πεισματική διεκδίκηση. Στό ὄνομά της οἱ ἄνθρωποι κάνουν τά μεγαλύτερα λάθη καί καμαρώνουν γιά αὐτά, διότι, ὅπως λένε, ὅ,τι κάνουν τό κάνουν ἀπό ἀγάπη. Ἔτσι ἡ ἀγάπη ἀπό φῶς γίνεται σκοτάδι. Ἀπό χαρά γίνεται βασανιστήριο. Ἀπό πορεία καί συνάντηση γίνεται στάση καί ἀπομόνωση. Ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι ἀλλά μόνον τόν ἑαυτό τους. Ἀγαποῦν καί τόν διπλανό τους, ἀλλά μόνον ὅταν τούς εἶναι χρήσιμος. Δέν ἀγαποῦν πλέον γιά νά προσφέρουν. Ἀγαποῦν μόνο γιά νά εἰσπράξουν. Νά εἰσπράξουν περισσότερη ἀγάπη ἀπό αὐτή πού χαρίζουν οἱ ἴδιοι. Μέσα σ’ αὐτό τό πυκνό σκοτάδι τῆς κάλπικης ἀγάπης πνίγονται καί ἀπελπίζονται. Ζητοῦν τήν ἁγνή καί καθαρή ἀγάπη, τήν ἄδολη καί ἀτόφια. Αὐτή τήν ποιότητα τῆς ἀγάπης δέν γίνεται νά τή βροῦν κάπου ἀλλοῦ πέρα ἀπό τόν Χριστό. Ὁ Κύριος δείχνει τήν ἀληθινή ποιότητα τῆς ἀγάπης μέ τή θυσία τοῦ Σταυροῦ καί μέ τή νίκη τῆς Ἀνάστασης. Ἐκεῖνος ἀπό ἀγάπη ματώνει γιά τούς ἀνθρώπους πάνω στόν Σταυρό καί νικάει τόν θάνατο κατεβαίνοντας στόν ᾍδη. Στέκεται παράδειγμα ἀληθινῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστός γίνεται φῶς γιά ὅλους ἑμᾶς, καθώς μᾶς φωτίζει μέ τόν τρόπο τῆς ἀγάπης Του. Ἡ ἀγάπη Του γίνεται ἕνας προβολέας πού φωτίζει τά σκοτάδια τῆς ψυχῆς καί ξεκαθαρίζει τίς προθέσεις. Γίνεται ἕνας φωτεινός καθρέπτης, πάνω στόν ὁποῖο ἀντικατοπτρίζονται οἱ σκοτεινές μας ἐνέργειες καί σκέψεις, γιά νά φανοῦν τά λάθη μας. Ἔτσι μέ πρότυπο τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γινόμαστε τά φῶτα καί οἱ ὁδοδεῖκτες τῶν ἀνθρώπων.

Τέλος, ὁ Χριστός λέγει ὅτι: «φῶς εἰμι τοῦ κόσμου», διότι εἶναι αὐτός πού κάτω ἀπό τή δική Του ἀκτινοβολία διορθώνει ὅλα τά λάθη, θεραπεύει ὅλα τά τραύματα, καταξιώνει τόν εὐτελισμένο ἄνθρωπο. Τό φῶς τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ τόν ἁμαρτωλό καί σκοτισμένο ἄνθρωπο στή μετάνοια. Ἡ μετάνοια γίνεται ὁ ἥλιος τῆς καθημερινότητας. Γίνεται ὁ δρόμος πρός τήν ἐπανεύρεση τῆς χαμένης τιμῆς. Γίνεται τό φῶς μέ τό ὁποῖο ἀποκαθίσταται ἡ ἀμαυρωμένη εἰκόνα. Ἡ μετάνοια φωτίζεται ἀπό τόν Χριστό, ὁδηγεῖ στόν Χριστό, ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί ὅλους μαζί μέ τόν Κύριο. Μέ τό φῶς τῆς μετάνοιας ὁ κατακομματιασμένος ἄνθρωπος ξανακολλάει τά θραύσματά του καί ἀποκαθίσταται στήν πρώτη ἀκεραιότητα, ἔτσι ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ Πλάστη του. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ τελευταία ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων, καθώς μέ τήν ἀμετανοησία τους βυθίστηκαν στόν σκοτεινό λαβύρινθο τῆς ἀνεπάρκειας.

«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» μᾶς λέγει σήμερα ὁ Ἰησοῦς. Ἄς ἀφήσουμε τό ἀῒδιο φῶς Του νά καταυγάσει τήν ὕπαρξή μας. Ἄς ἀγκαλιάσουμε τίς γλυκύτατες ἀκτίνες τῆς παρουσίας Του μέ τήν πίστη, τήν ἀγάπη καί τή μετάνοια. Τότε θά γίνουμε κι ἐμεῖς φῶτα. Θά γίνουμε οἱ λαμπάδες τοῦ κόσμου. Τά μικρά ἀστέρια, φωτισμένα ἀπό τό περίλαμπρο καί ἀκατάβλητο φῶς τῆς Τρισήλιας Θεότητας. Ἀμήν.

 

Επιμέλεια κειμένου: πρωτ. Δημήτριος Κατούνης

 

Related posts