Η αποστολική και η ευαγγελική περικοπή μας αποκαλύπτουν σήμερα μια μεγάλη αλήθεια: Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, από την πρώτη στιγμή του δημόσιου βίου Του, επέλεξε πρόσωπα κατώτερης κοινωνικής τάξης, πρόσωπα με έλλειψη μόρφωσης, με αδυναμία πρόσβασης στα κέντρα εξουσίας, πρόσωπα βυθισμένα στη φτώχεια και τη βιοπάλη.
Η αποστολική περικοπή, που αποτελεί απόσπασμα της πρώτης επιστολής του αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους, περιγράφει τους αποστόλους ως ελεεινούς και αδύναμους, περιφρονημένους, ταλαιπωρημένους, χλευασμένους και πάμφτωχους. Ή, για να χρησιμοποιήσω ακριβώς τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «σκουπίδια του κόσμου και αποβράσματα της κοινωνίας».
Ο απόστολος Παύλος, κορυφαία προσωπικότητα του εβραικού κατεστημένου της εποχής του, είναι αυτός που μπορεί να μαρτυρήσει περισσότερο από κάθε άλλον πως η Εκκλησία πορεύεται στους αιώνες σε απόλυτη αντίθεση με τις νοοτροπίες του πλούτου και της εξουσίας. Η Εκκλησία είναι αντίθετη στις πρακτικές διαχωρισμού των ανθρώπων, με βάση εξωτερικά χαρακτηριστικά, κοινωνικές ετικέτες και εκπλήρωση κριτηρίων, συνδεδεμένων με το εκάστοτε κοινωνικά αποδεκτό.
Τα κοινωνικά συμπτώματα όμως αλλά και η καθημερινότητα που όλοι μας γνωρίζουμε μαρτυρεί το αντίθετο: η απέχθεια προς το διαφορετικό συνεχίζει να οξύνεται, ο αποκλεισμός όσων δεν πληρούν τον μέσο όρο κοινωνικών χαρακτηριστικών, συμπεριλαμβανομένης και της σωματικής αρτιότητας, είναι εξόφθαλμα εμφανής. Αυτό όμως που είναι περισσότερο από βέβαιο είναι πως οι ψυχές των ανθρώπων όλο και περισσότερο σκληραίνουν και οδηγούν σε πράξεις βίας και έμπρακτης απόρριψης.
Η κοινωνία μας μοιάζει ανοικτή, στην πραγματικότητα όμως συνεχίζει να είναι άτεγκτη για εκείνους που δεν πληρούν τα κριτήριά της. Και τα κριτήρια αυτά, μέρα με τη μέρα, αφορούν όλο και περισσότερο, τα εξωτερικά γνωρίσματα, τη συμμόρφωση με την εξωτερική ομορφιά όπως την αναδεικνύουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την αγωνιώδη αναζήτηση τέλειων σωματικών αναλογιών, όπως προβάλλουν οι διαφημίσεις, τις δυνατότητες κατανάλωσης και απόκτησης υλικών πραγμάτων, απαραίτητων για κοινωνική καταξίωση.
Η παγκόσμια ημέρα αναπηρίας που πλησιάζει, δεν αποτελεί απλώς μια υπενθύμιση για όλους εκείνους τους συνανθρώπους μας που για χίλιους δύο λόγους αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν θέματα επιβίωσης και κοινωνικής ένταξης εξ αιτίας μιάς σωματικής η ψυχικής ιδιομορφίας τους. Η μέρα αυτή, ιδιαίτερα για εμάς οι οποίοι έχουμε αποδεχτεί στη ζωή μας τους λόγους και το παράδειγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αποτελεί ευκαιρία πνευματικής εμβάθυνσης στην ουσία του ανθρωπίνου προσώπου, όπως την οραματίζεται το Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το μείζον, το κεφαλαιώδες, το απαραίτητο: η διαρκής υπενθύμιση πως ο πυρήνας της εκκλησιαστικής ζωής, του πνευματικού αγώνα και της διαρκούς προσπάθειας για θέωση συνδέεται στενά με την ένωση με τον Χριστό.
Και ένωση με τον Χριστό σημαίνει πως εγκαταλείπουμε τα πάθη μας, τα στερεότυπα μας, τον ναρκισσισμό μας και τις απλώς παραδεδομένες νοοτροπίες και μαθαίνουμε σιγά-σιγά να βλέπουμε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ίδιος ο Θεός. Ο αληθινός Χριστιανός αποκτά τη ματιά του Θεού. Και όποιος αποκτήσει τη ματιά αυτή, δεν μπορεί παρά να βλέπει τους ανθρώπους ως παιδιά Θεού, μοναδικές, πολύτιμες και ανεπανάληπτες προσωπικότητες, την αξία των οποίων δεν την αλλοιώνει ούτε στο ελάχιστο η κάθε είδους αναπηρία.
Μία μόνον πλήρως συμπεριληπτική κοινωνία γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία: την Εκκλησία. Και αυτό διότι δεν αποτελεί έναν κλειστό χώρο τέλειων, αλάνθαστων και μονίμως υγειών ανθρώπων, αλλά αγκαλιά που περιμένει και περιθάλπει τους πάντες, όχι μόνο μέσω φιλανθρωπικών δομών αλλά, κυρίως, μέσω της Χάριτος και της θαυματουργού παντοδυναμίας του ίδιου του Δημιουργού.
Ο Θεός δεν προσέχει την έλλειψη αυτών που φαίνονται αλλά την τελειότητα των δυνάμεων και των δυνατοτήτων που συχνά δεν φαίνονται και που περιμένουν τις κατάλληλες ευκαιρίες και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναδειχθούν και συχνά για να παραδειγματίσουν. Αλλά και κάτι περισσότερο: Ο άνθρωπος των περιορισμένων η διαφορετικών δυνατοτήτων, αυτός που η κοινωνία χαρακτηρίζει ως ανάπηρο, συχνά υπερέχει πνευματικά, διότι αγωνίζεται να αναδείξει την αξία του όχι μέσω του ναρκισσισμού της τελειότητας, αλλά μέσω της επίγνωσης της ατέλειας του. Ο ανάπηρος συνάνθρωπός μας απευθύνει μια πρόσκληση σχέσης σε ένα διαφορετικό επίπεδο από αυτό που ορίζει η κοινωνία, αποτελεί όμως και μια πρόκληση αυτογνωσίας, συνειδητοποίησης των ανθρωπίνων ατελειών, συχνά αθέατων για τα σωματικά μας μάτια.
Ο σεβασμός στην αναπηρία αποτελεί για την Εκκλησία αυτονόητη συμμόρφωση με το πως βλέπει ο Θεός τον άνθρωπο και για τον καθέναν από μας πολύτιμη εμπειρία εξόδου από τον εγωισμό μας και συμμετοχή στην αδιάκριτη αγάπη του Θεού προς όλους. Δεν πρόκειται περί απλής ελεημοσύνης. Πρόκειται περί αμοιβαίας ευεργεσίας. Και αν ο ανάπηρος ωφελείται από τη συμπαράσταση και την υποστήριξη στη δύσκολη καθημερινότητά του, ο αρτιμελής συνάνθρωπός του που στρέφεται προς αυτόν, γνωρίζουμε πως επανειλημμένως παραδειγματίζεται και ωφελείται από μια άλλου είδους χαρά, άλλου είδους χαμόγελο, άλλου είδους ελπίδα από εκείνα που κατανοεί ο κόσμος, στάση που ο ίδιος ο απόστολος Παύλος περιέγραψε με την περίφημη φράση του: «Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορ. 12:9).
Παρ όλα αυτά, οι δυσκολίες είναι εμφανείς και οι αντιξοότητες στη ζωή ενός αναπήρου διαμορφώνουν μια δύσκολη καθημερινότητα με συχνά αδιέξοδα και με επιτακτικές ανάγκες που απαιτούν υποστήριξη, ενίσχυση και συμπαράσταση.
Για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών είναι αλήθεια πως διαρκώς αναζητούνται λύσεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Στην αναζήτηση τέτοιων λύσεων, η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι απούσα, προσφέροντας όχι μόνον πόρους και δυνάμεις, αλλά, κυρίως, ανθρώπινη καρδιακή παρουσία, διαρκή εγρήγορση και επιστράτευση των μελών της. Υπάρχει όμως ανάγκη μιάς άλλης, υπερκόσμιας ενίσχυσης, στην οποία η πρόσβαση επιτυγχάνεται μέσω της προσευχής.
Ναί αδελφοί μου! Η επιβεβλημένη δραστηριότητα της Εκκλησίας δεν πρέπει ποτέ να αποκόπτεται από την πνευματική της ζωή. Η προσευχή είναι εκείνη που ενεργοποιεί λύσεις, οι οποίες είναι ανέφικτες για τις περιορισμένες ανθρώπινες δυνάμεις. Η προσευχή δεν ελκύει μόνον το θείο έλεος η μόνον την εξ ύψους παρηγορία. Αφυπνίζει και το φιλότιμο του προσευχομένου, τον εντάσσει στο θείο σχέδιο και τον μεταμορφώνει σε βραχίονα της θείας πρόνοιας, οδηγώντας τον σε δράσεις, τις οποίες ο ανθρώπινος νούς συχνά δεν μπορεί ούτε να συλλάβει ούτε να προγραμματίσει.
Η προσευχή και η συμπαράσταση, όμως, πρέπει να απευθύνεται και προς εκείνους που έχουν αναλάβει να συμπαρασταθούν στους αναπήρους υπό οιονδήποτε ρόλο. Πρόκειται για τους σύγχρονους Κυρηναίους, οι οποίοι αναλώνονται στην εξυπηρέτηση αναγκών που προκύπτουν κάθε στιγμή, αναγκών απρόβλεπτων και επιτακτικών. Και είναι γεγονός πως συχνά η προσοχή μας επικεντρώνεται στην ελάφρυνση μιάς αναπηρίας, διαφεύγει όμως της προσοχής μας πως οι φροντιστές των αναπήρων συχνά εξαντλούνται και φτάνει η ώρα που είναι απαραίτητη και προς εκείνους η ποικιλόμορφη ενίσχυση και συμπαράστασή τους.
Αδελφοί μου, η παγκόσμια ημέρα αναπηρίας θα έλθει και θα παρέλθει. Έχει, όμως, νόημα και μπορεί να χρησιμεύσει ως αναθέρμανση του ζήλου μας και υπενθύμιση για διαρκή ετοιμότητα προσφοράς προς τους αναπήρους αδελφούς μας. Άλλωστε, μέσα στην Εκκλησία μας, κάθε αναφορά του κυριακάτικου Ευαγγελίου σε κάποιο θαύμα του Κυρίου μας, μεταβάλλει τις συγκεκριμένες Κυριακές σε ημέρες αναπηρίας. Και μάλιστα, όχι μόνο σε ημέρες αφιερωμένες στην ανθρώπινη αναπηρία, αλλά και στην ανάγκη να αντιμετωπίσουμε όλοι μας την δική μας την προσωπική μας πνευματική αναπηρία που έχει να κάνει με την σκληροκαρδία, την αδιαφορία και τον εγκλωβισμό στις ατομικές μας ανάγκες.
Με αφορμή την ημέρα αυτή λοιπόν, ως πνευματικός πατέρας και ποιμενάρχης, σας καλώ να εντείνουμε τις προσπάθειές μας ώστε να εκπληρώσουμε την επιθυμία του Κυρίου μας να λειτουργούμε ως σώμα, στο οποίο, κάθε έλλειψη, κάθε ανάγκη και κάθε αναπηρία αφορά όλους μας προσωπικά. Η ορθόδοξη παράδοσή μας είναι κυρίως παράδοση αγάπης και συμπαράστασης, με ρίζες στον μεγάλο ευεργέτη και ιατρό Ιησού Χριστό αλλά και στο ήθος των αγίων μας.
Και τρανό παράδειγμα εκείνο του αποστόλου Παύλου, ο οποίος, ευθέως συνδύασε την αλληλεγγύη με την εκπλήρωση του κορυφαίου θελήματός του Χριστού μας για ενότητα. Ανάδειξη του δικού Του προσώπου μέσω των πράξεών μας στη σύγχρονη κοινωνία, η οποία στερείται τη χαρά που προσφέρει το άγγιγμα της ψυχής και του σώματος προς κάθε πονεμένο και εμπερίστατο αδελφό μας. Αυτή είναι η ουσία της διδασκαλίας του μεγάλου αποστόλου των Εθνών, όταν γράφει προς τους Γαλάτες: «Να σηκώνετε ο ένας το φορτίο του άλλου, κι έτσι θα εφαρμόσετε πλήρως το νόμο του Χριστού» (Γαλ. 6:2).
Ας γίνουμε κήρυκες της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους με τον λόγο και τις πράξεις μας και ας αποκτήσουμε συνείδηση πως ανήκουμε σε ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, το οποίο απαρτίζεται από ανθρώπους ατελείς αλλά ευλογημένους, οι οποίοι με τον πνευματικό τους αγώνα συνθλίβουν τον εγωισμό τους και γίνονται συμπαραστάτες και αρωγοί στους αναπήρους αδελφούς τους.
Μετά πατρικών ευχών και αγάπης,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ
† Ο ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ