08 Αυγούστου, 2020

Ένταξη του ανθρώπου στη σύγχρονη Εκκλησία και εμπειρία του εκκλ/κού γεγονότος, του Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων, Βόλος 25/04/2017

 

Η συνάντηση της Εκκλησίας με τον άνθρωπο κάθε εποχής προϋποθέτει αμοιβαίες εξόδους.

Για την Εκκλησία η έξοδος, η οποία λέγεται «κένωση», γίνεται στην προοπτική της αγάπης για τον άνθρωπο, της κλήσης του στην οδό της Βασιλείας και στην πρότασή της να οικειωθεί ο κάθε άνθρωπος την σωτηρία, δηλαδή την υπέρβαση του θανάτου όχι μόνο ως προς το σωματικό, το σαρκικό ντύσιμο της ύπαρξης, αλλά και ως προς το πνευματικό, την επιλογή δηλαδή η ψυχή να διψά την επιστροφή στον Δημιουργό της, την κοινωνία μαζί Του στην αιωνιότητα. Αυτή η πορεία έχει ως τέλος της την εσχατολογία και του σώματος. Όταν δηλαδή έρθει η ώρα της ανάστασης των νεκρών, η ψυχή δια του προστάγματος του Θεού, θα επαναπροσλάβει το σώμα της και ο όλος άνθρωπος θα ζήσει «άφθαρτος και αθάνατος» (Α’ Κορ. 15, 16).

Για την Εκκλησία η «κένωση» είναι αδιάκριτη ως προς τον κάθε άνθρωπο. Η αγάπη κινείται στην πανανθρώπινη προοπτική. Είναι αυτό το «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28, 19) που δεν επιτρέπει διαχωρισμούς. Γι’  αυτό και η λειτουργική προσευχή είναι  «υπέρ της οικουμένης» (Θεία Λειτουργία Μεγάλου Βασιλείου). Γι’  αυτό και δεν δικαιολογείται ένα αίσθημα αυτάρκειας και περιχαράκωσης «στα ίδια». Αυτό ακυρώνει την «κένωση». Την αγάπη. Τον λόγο για τον οποίο ο Θεός έγινε άνθρωπος. Το ερώτημα βεβαίως είναι ο τρόπος της εξόδου. Κι εδώ βεβαίως ο λόγος του Αποστόλου παραμένει συγκλονιστικός: «τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. 9, 23). Μοναδική προϋπόθεση να είμαστε «έννομοι Χριστώ» (Α’ Κορ. 9, 21). Αυτό σημαίνει το δέσιμο στον νόμο του Χριστού, στο Ευαγγέλιο. Ό,τι δεν αντίκειται στο Ευαγγέλιο, όπως αυτό ερμηνεύεται και βιώνεται στην ζωή της Εκκλησίας, αποτελεί τρόπο εξόδου και κενώσεως. Μπορεί κάποτε να ξενίζει. Έχει να κάνει όμως και με την χαρισματικότητα των πιστών. Ιδιαιτέρως όσων έχουν επιλέξει να ακολουθήσει την καθαυτό αποστολική οδό, όπως είναι οι επίσκοποι, οι ιερείς, οι μοναχοί και οι μοναχές.

Όμως η έξοδος έχει να κάνει και με τον άνθρωπο. Και εκείνος καλείται να εξέλθει όχι μόνο από το σαρκικό φρόνημα, αλλά και από κάθε βεβαιότητα ότι κατέχει αυτόνομα την αλήθεια. Ότι η γνώση του, η πρόοδός του, ο τρόπος ζωής του γεννούν την αυτάρκεια ως προς τον Θεό και την Εκκλησία. Ότι δεν έχει ανάγκη την Εκκλησία ούτε τον πλησίον του στην Εκκλησία. Ταυτόχρονα, η έξοδος για τον άνθρωπο προϋποθέτει επίγνωση της αμαρτωλότητάς του. Αποδοχή της κλήσης του Χριστού προς τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν (Ματθ. 9, 13) και ένταξη του εαυτού στην κατηγορία αυτή. Μόνο έτσι ο άνθρωπος θα μπορέσει να βιώσει το μήνυμα της αγάπης. Χρειάζομαι την αγάπη του Θεού όταν έχω επίγνωση ότι δεν μπορώ να σωθώ αφ’  εαυτού μου. Ότι η αμαρτία στήνει «μεσότοιχον» (Ακολουθία του Εσπερινού των Χριστουγέννων) ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο και εγώ είμαι στην πλευρά του θανάτου. Διότι ό,τι δεν έχει τον Θεό ως προτεραιότητα και ως αφετηρία φωτισμού του προορίζεται να πεθάνει. Ακόμη κι αν φαίνεται παντοδύναμο. Το παράδειγμα των πολιτισμών που γίνονται αρχαιολογία είναι ξεκάθαρο.

Το ερώτημα της εξόδου μεταφέρεται και στο σήμερα. Πώς μπορεί να ενταχθεί ο σύγχρονος άνθρωπος στην σύγχρονη Εκκλησία; Πώς μπορεί να έχει εμπειρία του εκκλησιαστικού γεγονότος; Ποια είναι η ευθύνη των ποιμένων της Εκκλησίας; 

Πριν προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις, θα ήταν καλό να βλέπαμε την σημασία της έννοιας «σύγχρονο». Κι αυτό διότι για την Εκκλησία ό,τι έχει να κάνει με τον χρόνο εμπεριέχει εντός του την ματαιότητα και την φθορά.  Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι σύγχρονη, όπως δεν μπορεί να είναι παρελθοντική, ούτε και εσχατολογική. Είναι όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα η υπέρβασή τους. Για την Εκκλησία ισχύει το «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Ισχύει η λειτουργική εμπειρία του «ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας». Επομένως, όσον αφορά στο ήθος της Εκκλησίας, την εμπειρία του Χριστού και την φανέρωση αυτής της εμπειρίας στον κόσμο,  μέσω των ανθρώπων και του πολιτισμού, μιλούμε για την υπέρβαση του χρόνου. Η παράδοσή μας έχει διαμορφώσει φόρμες, τελετουργικά, τυπικά, τα οποία διακρατούν στοιχεία του παρελθόντος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει την αυθεντικότητά τους στο παρόν, ούτε ότι στο μέλλον πρέπει να τα αλλάξουμε, για να προσαρμοστούν στην γλώσσα και τις ανάγκες κάθε εποχής. Δεν είναι ο χρόνος που γεννά την ανάγκη για αλλαγή, διότι το μήνυμα παραμένει σταθερό. Αναστάσιμο. Διαχρονικό και υπερχρονικό. Αναφέρεται στην βαθύτερη υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου για ζωή αιώνιο. Για άφεση αμαρτιών. Για κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Για παρηγοριά στα δεινά του χρόνου.

Για τον κόσμο η έννοια του σύγχρονου συνδέεται με την παροδικότητα. Με την προσαρμογή. Με την οικείωση του περιεχομένου, των αξιών, των τρόπων του πολιτισμού τόσο όσον αφορά στην εξωτερική παρουσία του ανθρώπου όσο και σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητές του. Ο πολιτισμός έχει αναγάγει τον «εκσυγχρονισμό» σε απαραίτητη αξία.  Και ομνύει στην αξία της αλλαγής. Σκοπός της να παραμείνει ο άνθρωπος ενταγμένος σε κοινότητες οι οποίες δεν θα πορεύονται απλώς στο σήμερα, αλλά  θα ζούνε το σήμερα. Ο «εκσυγχρονισμός» δίνει στον άνθρωπο την αίσθηση ότι η ταυτότητά του ακολουθεί και ζει το όραμα της ευτυχίας που οι καιροί μας και προτείνουν και υλοποιούν. Ο «εκσυγχρονισμός» προβάλλεται ως η πανάκεια της αλήθειας. Όχι της διαχρονικής, αλλά του σήμερα. Του «εδώ και τώρα».  Αυτού που έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να μην αισθάνεται απομονωμένος από τον κόσμο στον οποίο κλήθηκε να ζει.

Για τον κόσμο η παροδικότητα δεν συζητιέται. Θεοποιείται. Ευχές του είναι: «να περνάς καλά», «να έχεις όποιον θέλεις και ό,τι θέλεις», «ζήσε την ζωή και άσε το μετά». Επόμενο είναι η θρησκευτικότητα να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο του παρελθόντος, το οποίο ή θα προσαρμοστεί στις σύγχρονες αξίες (σήμερα η υπέρβαση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, η συμβολή στην αντιμετώπιση προβλημάτων φτώχειας και περιθωριοποίησης, η οικολογία) ή θεωρείται καταδικασμένο να περιθωριοποιηθεί ή και να εκλείψει. Επειδή όμως ακόμη και όσοι βαφτίζουν τους εαυτούς τους «άθεους» ή «αγνωστικιστές» καταλαβαίνουν ότι η θρησκεία είναι βαθιά ριζωμένη στην ψυχή των πολλών, δεν αρνούνται το να έρχονται στο προσκήνιο ρεύματα θρησκευτικού συγκρητισμού. Με την άντληση τρόπων, μεθόδων, ιδεών από διάφορες θρησκείες μπορεί ή να ετοιμαστεί στην πράξη και να βιωθεί μία νέα θρησκεία ή οι υπάρχουσες να υφίστανται τέτοιες νοθεύσεις που να είναι ακίνδυνες ως προς τα δύο μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την θρησκευτικότητα:  την αλήθεια ως προς τον Θεό και την μεταθανάτια ζωή.

Επομένως η Εκκλησία αντιμετωπίζει πειρασμούς που έχουν να κάνουν με την πρόταξη του εκσυγχρονισμού και στην δική της ζωή και διδασκαλία, όπως επίσης και την θέση της στην ζωή των ανθρώπων. Πώς μπορεί να διακηρύξει και να πλησιάσει τους ανθρώπους για να βοηθήσει να κατανοήσουν ότι ο Χριστός είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. 14,6), ότι και οι τρεις αυτές έννοιες δεν είναι κατασκευάσματα του νου ή ωραίες ιδέες και φράσεις, αλλά πίστη και κοινωνία με το Πρόσωπο του Θεανθρώπου, όπως επίσης και ότι η μεταθανάτια ζωή δεν είναι απλώς η ανάπαυση της ψυχής ή η ανταμοιβή της για τις καλές της πράξεις, αλλά η αναγνώριση του προσώπου του Χριστού, η κοινωνία με το φως και την αγάπη που πηγάζουν από Αυτόν, η συνάντηση με τους Αγίους σε έναν τρόπο που μόνο η παράδοση στην εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν μπορεί να περιγράψει  («οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»  Α’ Κορ. 2,9) και ταυτόχρονα η προσδοκία της ανάστασης, δια της οποίας ο άνθρωπος θα επαναπροσλάβει το σώμα του («η εικόνα του επουρανίου» Α’ Κορ. 15, 49), όχι με την προοπτική της χοϊκότητας, δηλαδή της επανένταξής του στον χρόνο, αλλά με την προοπτική της αιωνιότητας, δηλαδή το «πνευματικό σώμα» (Α’ Κορ. 15, 44). Για να γίνει αυτό χρειάζεται να βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι τα σύγχρονα «δόγματα»  του «να περνάς καλά», «να έχεις όποιον θέλεις και ό,τι θέλεις»  και το «ζήσε την ζωή και άσε το μετά», δεν δίνουν την ευτυχία, αλλά παγιδεύουν την ύπαρξη σε μία προοπτική αυτοθέωσης, απόλαυσης της ματαιότητας μιας ζωής χωρίς Θεό και χωρίς προοπτική σωτηρίας και αιωνιότητας.

Η προοπτική αυτή ως προς την διακονία της Εκκλησίας δεν συνεπάγεται κατ’  ανάγκην την προσκόλλησή της σε άκαμπτα παραδοσιακά σχήματα και στην ιεροποίησή τους. Είναι όμως γεγονός ότι η παράδοση δίνει ταυτότητα. Γνωρίζουν οι άνθρωποι τι θα συναντήσουν στην Εκκλησία. Γνωρίζουν τι σημαίνει λατρεία. Τι σημαίνει ήθος, ιερέας, πνευματική ζωή, οδός σωτηρίας. Και αυτά όλα έχουν και τους τύπους τους. Την γλώσσα τους. Την φόρμα τους. Γι’  αυτό  και οποιαδήποτε κίνηση προσαρμογής τους στα σύγχρονα δεδομένα, στις σύγχρονες ανάγκες, οφείλει να γίνεται με σεβασμό στο τι οι άνθρωποι πιστεύουν για την Εκκλησία. Οι όποιες απόπειρες διαλόγου με το σήμερα, με νέα σχήματα και τρόπους, πρέπει να ξεκινούν από την παράδοση. Εδώ διαδραματίζει μεγάλο ρόλο το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που επιχειρούν αυτόν τον διάλογο.

Δεν είναι για όλους ο σύγχρονος τρόπος προσέγγισης. Δεν τον θέλουν άλλωστε όλοι οι άνθρωποι. Το πρόβλημα είναι η αυθεντοποίηση της δικής μας προσέγγισης. Όταν θεωρούμε ότι επειδή είμαστε χαρισματικοί, μπορούμε να καινοτομούμε, αδιαφορώντας για τον σκανδαλισμό των ανθρώπων, οι οποίοι είναι ασθενείς στην πίστη.

Ο απόστολος Παύλος περιγράφει μία χαρακτηριστική κατάσταση πολλών πιστών, η οποία παραμένει παρόμοια και στους καιρούς μας. «Ουκ ηδυνήθην υμίν λαλήσαι ως πνευματικοίς, αλλ’  ως σαρκικοίς, ως νηπίοις εν Χριστώ. Γάλα υμάς επότισα και ου βρώμα. Ούπω γαρ ηδύνασθε. Αλλ’ ούτε έτι νυν δύνασθε. Έτι γαρ σαρκικοί εστέ. Όπου γαρ εν υμίν ζήλος και έρις και διχοστασίαι, ουχί σαρκικοί εστέ και κατά άνθρωπον περιπατείτε; Όταν γαρ λέγη τις, εγώ μεν ειμί Παύλου, έτερος δε εγώ Απολλώ, ουχί σαρκικοί εστέ;» (Α’ Κορ. 3, 1-4).

Ο λόγος αυτός περιγράφει όχι τόσο τους ανθρώπους που είναι ταπεινοί, διότι λίγα γνωρίζουν και λίγα θέλουν από την πίστη,  αλλά αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους γνώστες και κατόχους της αλήθειας. Ο αυθεντικά πνευματικός άνθρωπος γνωρίζει ότι το κρέας των ειδολοθύτων δεν βλάπτει.  Βλέπει την σχέση με τον Χριστό στην οδό του πνεύματος και όχι στο γράμμα που κτείνει. Έχει αγάπη ώστε να χαίρεται με την πρόοδο και τα χαρίσματα των άλλων συνδιακόνων του στην Εκκλησία, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικοί από αυτόν και απευθύνονται σε άλλους ανθρώπους.  Ο αληθινά πνευματικός άνθρωπος όμως είναι έτοιμος και να «μην φάγει κρέα εις τον αιώνα» (Α’ Κορ. 8,13), εάν αισθάνεται ότι εμποδίζονται οι ασθενείς στην πίστη αδελφοί του. Και οι ασθενείς τελικά είναι αυτοί που νομίζουν ότι είναι ισχυροί. Αυτοί που είναι έτοιμοι να καταδικάσουν τους αδελφούς τους στο όνομα της παράδοσης, η οποία όμως διαμορφώθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Επομένως μπορεί και να επαναδιαμορφωθεί, εφόσον δεν υπάρχει δογματική αλλοίωση, ενώ σχεδόν ποτέ η παράδοση δεν είναι μία.

Ο λόγος βέβαια του Παύλου περιγράφει και όσους «εκσυγχρονιστές»  θεωρούν τους εαυτούς τους ως αυθεντικούς εκφραστές του πνεύματος της Εκκλησίας και επικρίνουν τους συντηρητικούς ως οπισθοδρομικούς. Αγνοούν εσκεμμένα και αυτοί ότι υπάρχουν άνθρωποι που αναπαύονται στην συντηρητικότητα της παράδοσης. Άλλωστε, η συντηρητικότητα έχει να κάνει και με την διατήρηση της ταυτότητας και όχι κατ’  ανάγκην με την προσκόλληση στο χτες.  Είναι αυτονόητο ότι η όποια προσαρμογή στα  νέα δεδομένα της ζωής δεν μπορεί να μην ξεκινά από την παράδοση, τον λόγο του Θεού, τον τρόπο των Συνόδων και των Πατέρων και ότι το προσωπικό χάρισμα δεν μπορεί να αναγορεύεται σε αυθεντία. Ο τρόπος μου είναι καλός για μένα όταν πηγάζει από την αγάπη και την χαρισματικότητα και συνοδεύεται από την ταπείνωση τού να τον θέσω υπόψιν της Εκκλησίας, δηλαδή του σώματος του Χριστού. Ο τρόπος μου μπορεί να είναι εξαιρετικός για τους ανθρώπους της ενορίας μου. Δεν μου επιτρέπεται όμως να τον θεωρήσω ως την πανάκεια που θα πρέπει να εφαρμοστεί σε όλες τις ενορίες. Αλλά και κάθε τρόπος, είτε πιο σύγχρονος είτε πιο συντηρητικός. Όλοι επιλέγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα. Δεν επιτρέπεται όμως σε θέματα που δεν αλλοιώνουν το δόγμα, να ζητούμε αποκλειστικά ορθούς τρόπους.  Αλλιώς έρχεται η εκκοσμίκευση.

Εκκοσμίκευση σημαίνει άρνηση της αλήθειας στο όνομα της πρόκλησης ευχάριστων συναισθημάτων στους ανθρώπους. Εκκοσμίκευση είναι η οπαδοποίηση από τους ανθρώπους επειδή φαινόμαστε καλοί και ευχάριστοι. Εκκοσμίκευση είναι χωρίς μέτρο οικονομία, όπως επίσης και η τυπολατρική ακρίβεια. Καμία από τις δύο στάσεις δεν λαμβάνει υπόψιν της την αυθεντική ανάγκη του ανθρώπου για λύτρωση.  Από την μία η αμνήστευση των πάντων και η αίσθηση ότι «δεν πειράζει», ακόμη κι αν η διδασκαλία της Εκκλησίας παραβιάζεται, και από την άλλη ο φαρισαϊσμός που «καταπίνει την κάμηλο και διυλίζει τον κώνωπα», στο όνομα της ψευτο-αγιότητας, του εγωκεντρισμού και της σκληροκαρδίας.  Όλα μετριάζονται όταν ο καθένας δεν απολυτοποιεί την γραμμή του, αλλά απευθύνεται στην ελευθερία των ανθρώπων και  βεβαίως, δεν διακηρύττει ότι η δική του γραμμή σώζει, ενώ των άλλων, των τελωνών, κολάζει.

Επομένως, η Εκκλησία εκ των πραγμάτων είναι σύγχρονη όταν στηρίζεται στο Ευαγγέλιο. Ο λόγος της προφανώς και πρέπει να προσαρμόζεται στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις των καιρών. Η ερμηνεία του χρειάζεται να αγγίζει αυτό που ο άνθρωπος βιώνει. Οι παραβολές του Χριστού αντλούσαν το περιεχόμενό τους από την κοινωνία της τότε εποχής. Οι άνθρωποι ήταν αλιείς, γεωργοί, έμποροι, κτηματίες, οι γυναίκες ζύμωναν το ψωμί. Η ομορφιά αποτυπωνόταν στα κρίνα του αγρού και στα πετεινά του ουρανού. Από εκεί ξεκινούσε ο Χριστός και περιέγραφε το ήθος της Βασιλείας, το μήνυμα και την εμπειρία της Εκκλησίας την οποία φανέρωσε στον κόσμο.  Ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται να πληροφορείται από τον εκκλησιαστικό λόγο για το ήθος της πνευματικής μας παράδοσης, με βάση τις σύγχρονες προσλαμβάνουσες παραστάσεις, ώστε ο καθάριος λόγος της πίστης να μην μοιάζει ως επιστροφή στο χτες. Άλλωστε, στις σύγχρονες πόλεις άλλα είναι τα επαγγέλματα. Είναι διαφορετική η παιδεία και οι πληροφορίες που αποτυπώνονται στον νου και την καρδιά των ανθρώπων. Η διδασκαλία της πίστης θέλει εκσυγχρονισμό ως προς την παρουσίασή της και παραδοσιακότητα  ως προς το ήθος.

Σήμερα η ανάγκη του ανθρώπου να «ανήκει» σε ένα σώμα, στο οποίο να μπορεί να αναπαύεται ψυχικά και να μην αισθάνεται μόνος του, φαινομενικά καλύπτεται από τις εκκοσμικευμένες κοινότητες (τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης που κάνουν τον άνθρωπο, ιδίως τον νέο, να αισθάνεται σημαντικός, οι ομάδες θαυμαστών των τηλεοπτικών εκπομπών και προσώπων, οι ποδοσφαιρικές ομάδες και οι οπαδοί τους, οι παρέες, η οικογένεια, το σχολείο). Είναι εμφανές όμως το πνευματικό-υπαρξιακό κενό, το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί αυθεντικά σ’ αυτές τις ομάδες- κοινότητες όταν απουσιάζει ο Θεός και η πίστη. Λατρεύονται άνθρωποι ή ομάδες που δεν μπορούν να δώσουν αιώνια χαρά, αλλά πρόσκαιρη. Το κενό γίνεται εμφανές σε περιόδους κρίσης της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν έρχονται οι αρρώστιες, οι δοκιμασίες, ο θάνατος.

Αντίστοιχη κάλυψη της ανάγκης του «ανήκειν» προσφέρει η προσωπολατρία στην Εκκλησία. Τότε ο άνθρωπος δεν στοχεύει στο να συναντήσει, να γνωρίσει και να ζήσει τον Θεό, αλλά αρκείται στο  ακολουθεί πεφωτισμένους κληρικούς, οι οποίοι όμως συχνά  δεν του καλλιεργούν την ελευθερία της συνείδησης, την προσωπική ευθύνη για την πνευματική του ζωή, την πίστη που θα τον ενισχύσει στο να σηκώνει τον σταυρό του. Προτιμούν να τον οδηγούν σε χειραγώγηση και σε έναν πνευματικό εξανδραποδισμό, ο οποίος θεωρητικά εξασφαλίζει την ασφάλεια και την σωτηρία, στο όνομα της παράδοσης. Γεννιέται έτσι μία φοβικότητα απώλειας της Βασιλείας των Ουρανών εάν δεν κάνουμε υπακοή στον τάδε ή στον δείνα φωτισμένο, ενώ η Εκκλησία είναι αυτή που αγκαλιάζει τα πρόσωπα και τα εντάσσει στους κόλπους της, όποιο χάρισμα, όποια γραμμή κι αν ακολουθούν, αρκεί να μην θεοποιούν τον εαυτό τους και να μην σφάλλουν δογματικά. Αυτή η φοβικότητα έχει ως κλειδί της το ανήκειν στον Κηφά, τον Απολλώ, τον Παύλο και μερίζει το σώμα του Χριστού (Α’ Κορ. 1, 12-13). Κάποτε η φοβικότητα γίνεται και επιθετικότητα εις βάρος όσων δεν ακολουθούν την ιδία μερίδα. Και τότε έρχονται τα σχίσματα, ενώ το ανήκειν μεταβάλλεται από αγάπη για τον Χριστό σε σταυροφορία για την προστασία Του, σαν να μας έχει ανάγκη. Είναι άλλο να έχουμε την άποψή μας, όντας μέλη του σώματος του Χριστού και παλεύοντας γι’  αυτήν εντός της Εκκλησίας και άλλο να φατριάζουμε, να κατακρίνουμε, να επαιρόμεθα για το δικό μας «εμείς».

Η υγιαίνουσα ενορία αποτελεί το κλειδί για να μπορέσει τελικά ο άνθρωπος να ζήσει το εκκλησιαστικό γεγονός. Τα χαρίσματα βρίσκουν στην ενορία την συνύπαρξη και την ευλόγηση. «Καθάπερ το σώμα έν εστι και μέλη έχει πολλά, πάντα δε τα μέλη του σώματος του ενός, πολλά όντα, έν εστί σώμα, ούτω και ο Χριστός. Και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις έν σώμα εβαπτίσθημεν, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες, είτε δούλοι είτε ελεύθεροι, και πάντες εις έν Πνεύμα εποτίσθημεν. και γαρ το σώμα ουκ έστιν έν μέλος, αλλά πολλά. Εάν είπη ο πους ότι ουκ ειμί χειρ, ουκ ειμί εκ του σώματος, – ου παρά τούτο ουκ έστιν εκ του σώματος; και εάν είπει το ους, ότι ουκ ειμί οφθαλμός, ουκ ειμί εκ του σώματος, – ου παρά τούτο ουκ έστιν εκ του σώματος; ει όλον το σώμα οφθαλμός, πού η ακοή; ει όλον ακοή, πού η όσφρησις; νυνί δε ο Θεός έθετο τα μέλη έν έκαστον αυτών εν τω σώματι καθώς ηθέλησεν… τα δοκούντα μέλη του σώματος ασθενέστερα υπάρχειν αναγκαία εστί, και ά δοκούμεν ατιμότερα είναι του σώματος, τούτοις τιμήν περισσοτέραν περιτίθεμεν, και τα ασχήμονα ημών ευσχημοσύνην περισσοτέραν έχει, τα δε ευσχήμονα ημών ου χρείαν έχει. Αλλ’  ο Θεός συνεκέρασε το σώμα τω υστερούντι περισσοτέραν δους τιμήν, ίνα μη  η σχίσμα εν τω σώματι, αλλά το αυτό υπέρ αλλήλων μεριμνώσι τα μέλη. Και είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη. Ει δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α’ Κορ. 12, 12-18 και 22-26). Το εκκλησιαστικό γεγονός προϋποθέτει την ενότητα των μελών. Την φροντίδα προς τους ασθενέστερους.  Την παραμονή στο σώμα του Χριστού. Την άρνηση των σχισμάτων. Και την αγάπη ως το κλειδί. «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν.  13, 35).

Η ενορία δεν μπορεί ακόμη να χαρακτηρίζεται από ένα πάγωμα του χρόνου στην Κυριακή και τις γιορτές. «Για το καλό», όπως λένε πολλοί.  Η ενορία σήμερα καλείται να είναι μία ζώσα κοινότητα στην οποία ο κάθε άνθρωπος θα μπορεί να βρει κάτι που τον αφορά. Το παιδί και ο νέος, ο επιστήμονας και ο απλός, η γυναίκα που θέλει να είναι μητέρα, αλλά και την ίδια στιγμή να βρει απαντήσεις στα προβλήματα της ζωής, αυτός που έμπρακτα θέλει να δώσει αγάπη, αυτός που ζητά λατρευτική ζωή, αυτός που θέλει να μάθει όχι απλώς να διαχειρίζεται τις ενοχές και τα λάθη του, αλλά να τα ξεπερνά μέσω της συγχώρησης, αυτός που ζητά μία πνευματική οικογένεια για να ανήκει, χωρίς να εμποδίζει και άλλους να έρθουν σ’  αυτήν, ο πονεμένος και ο κουρασμένος, όλοι χρειάζεται να βρίσκουν στην ενορία, με την βοήθεια των ιερέων και των στελεχών, ευκαιρίες μετοχής στο εκκλησιαστικό γεγονός. Και την ίδια στιγμή ο ιερέας- ηγέτης καλείται να εμπνεύσει με τον λόγο και το παράδειγμα της αγάπης και άλλους να συμμετέχουν ανάλογα με τα χαρίσματά τους στην ενοριακή ζωή.   Είναι καιρός να αφήσουμε πίσω μία νοοτροπία «κλειστότητας και αυτάρκειας», που μπορεί να κάνει τους κληρικούς και τα στελέχη της ενορίας να αισθάνονται ασφαλείς, όμως δεν επιτρέπει στην ενορία να ανοιχτεί σε όποιον έχει πραγματική ανάγκη και όχι μόνο υλική.

Τέλος, η συχνή μετοχή στο μυστήριο της ευχαριστίας, εννοείται με κάποια ασκητικότητα και κάποια οικονομία, καθιστά τον άνθρωπο μέτοχο της εκκλησιαστικής εμπειρίας. «Δοκιμαζέτω εαυτόν άνθρωπος». «Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα» (Α’ Κορ. 11, 28, 31). Αυτή η διάκριση προϋποθέτει την συναίσθηση της αμαρτωλότητας, αλλά και την οικείωση της αγάπης του Θεού, όπως επίσης και την απόφαση να είμαστε όλοι έν με τον Χριστό και μεταξύ μας, αφήνοντας κατά μέρος ό,τι μας χωρίζει. Η εμπειρία, άλλωστε, του εκκλησιαστικού γεγονότος είναι μία συνεχής γιορτή. Η συνάντηση με τον πλησίον, ο οποίος δεν πρέπει να παραμένει ξένος στην ενοριακή ζωή, είναι αφετηρία υπέρβασης του κλεισίματος στον εαυτό μας, του αισθήματος της αυτάρκειας. Για να χαρείς μ’  αυτούς που χαίρονται και να λυπηθείς μ’  αυτούς που λυπούνται (Ρωμ. 12, 15), χρειάζεται να τους γνωρίζεις. Απαραίτητη προϋπόθεση της γνωριμίας είναι το να αισθανόμαστε τον τόπο της συνάντησης οικείο, αφετηρία κοινότητας και κοινοτικής ζωής. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει εάν δεν αγιαζόμαστε με την μετοχή στο μυστήριο της Ευχαριστίας και αν δεν διψούμε για την ενότητα που το κοινό ποτήριο φέρνει.

Από τα παραπάνω διαφαίνεται ο κομβικός ρόλος του ποιμένα. Δεν είναι μόνο θέμα μόρφωσης. Έχει να κάνει με την απόφαση για έξοδο, για κένωση από την προτεραιότητα του εαυτού. Και δεν είναι μόνο ηθικολογική προτροπή. Ένας λόγος κενός περιεχομένου. Η πνευματικότητα του κληρικού δεν περιορίζεται στα κομποσχοίνια ή στην μελέτη του Ευαγγελίου ή στην αυστηρότητα του ήθους. Μπορεί να έχουμε πίστη «ώστε όρη μεθιστάνειν» (Α’ Κορ. 13, 2). Ωστόσο, η πνευματικότητα μετριέται στην αγάπη. Στην χαρά και την επιείκεια που αυτή βγάζει. Στο να είμαστε διαθέσιμοι πέρα από τον χρόνο μας. Με θυσία του προσώπου, με την κατανόηση  των οικείων μας, όσο αυτό είναι εφικτό. Με αίσθηση του χρέους, δηλαδή της αποστολής που μας καθιστά αφιερωμένους στην διακονία της Εκκλησίας. Η αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο «ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. 13, 8).

Ο άνθρωπος θα βρει στην σύγχρονη Εκκλησία την εμπειρία του εκκλησιαστικού γεγονότος όταν είμαστε αληθινοί, δοτικοί και οικείοι. Όταν καταλαβαίνει ότι ζούμε όπως πιστεύουμε. Αυτό είναι το δικό μας χρέος. Τα υπόλοιπα ανήκουν στον Θεό. Ας μην ξεχνούμε ότι μέγιστο δώρο εκ του ουρανού είναι η ελευθερία. Η χρήση της και η κατεύθυνση που θα της δώσουμε  μπορεί να διαμορφωθεί και ερήμην του Θεού. Μπορεί να φέρνει πόνο η διαπίστωση ότι η σωτηρία περνά από την προσωπική απόφαση του καθενός και δεν εξαρτάται σχεδόν καθόλου από τον ποιμένα. Παιδαγωγοί είμαστε εις Χριστόν. Εκείνος σώζει. Αν αξιωθούμε να γίνουμε και πατέρες (Α’ Κορ. 4, 15), δηλαδή αναγεννητές πνευματικοί των ανθρώπων, αυτό είναι ευλογία και μάλιστα μεγάλη.

Το ερώτημα ωστόσο θα παραμένει εύλογο: Ποιον Χριστό δείχνουμε στους ανθρώπους; Αυτόν της αγάπης, της ελευθερίας, της ευθύνης, της ελπίδας που υπερβαίνει τα κλειστά σχήματα της ανθρώπινης προσωπολατρίας και προσωποληψίας, καθώς και τις νοοτροπίες κλειστότητας οι οποίες δεν επιτρέπουν τον διάλογο με την εποχή μας ή έναν Χριστό περιχαρακωμένο στο χτες, στην ασφάλεια του παρελθόντος, το οποίο όμως δεν φτάνει για να μας αφυπνίσει ώστε να δούμε την ζωή διαφορετικά, αγαπητικά, με κριτήριο την αναστημένη αιωνιότητα;

Πάντως δεν έχουμε δικαίωμα επανάπαυσης. Ο αποστολικός λόγος «ηυχόμην ανάθεμα είναι υπέρ των αδελφών μου» (Ρωμ. 9, 3) πρέπει να ηχεί συνεχώς στ’ αυτιά μας, τόσο τα φυσικά όσο και τα πνευματικά. Αν δεν πεθάνουμε για τους άλλους, «είμαστε κιόλας νεκροί» (Τάσος Λειβαδίτης). Και συμπληρώνει ο απόστολος: «παρακαλώ ουν ημάς μιμηταί μου γίνεσθε» (Α’ Κορ. 4, 16). Η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος. Και η παρουσία του Αναστημένου Χριστού στην ζωή της Εκκλησίας την οποία διακονούμε, η μόνη πραγματική βοήθειά μας. Μπορεί ο κόσμος να «κείται εν τω πονηρώ» (Α’ Ιωάν. 5, 19). Όμως, ας έχουμε θάρρος. «Εκείνος νενίκηκε τον κόσμον» (Ιωάν. 16,33)!

Χριστός Ανέστη!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Βόλος 25 Απριλίου 2017    

Related posts