Αύγουστος 18, 2017

Τελευταια Νεα

Ιστορικό Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Η ανίχνευση ανθρώπινης ζωής στην περιοχή της Θεσσαλικής Μαγνησίας, που περιβάλλεται από τα όρη Πήλιο ανατολικά, Όθρυς δυτικά, τη Θεσσαλική πεδιάδα βόρεια και τον Παγασητικό κόλπο νότια ξεκινάει από πλούσιες μυθολογικές αναφορές. Προϊστορικοί οικισμοί κοντά στην πόλη του Βόλου (Διμήνι, Σέσκλο) ανιχνεύονται από το 7000 π.Χ. και υπάρχουν μέχρι τους νεώτερους χρόνους με διάφορες μορφές (Νεολιθικά χρόνια – χαλκοκρατία – Μυκηναϊκά χρόνια – Μακεδονική περίοδος – Ρωμαϊκή – Βυζαντινή – Τούρκικη κατοχή) . Αξιόλογες πόλεις αναφέρονται η Ιωλκός, οι Φερές, Φθιώτιδες Θήβες, Παγασές, οι Αλμυροί και η περίλαμπρη Δημητριάς ( 293 π.Χ.)

Ο χριστιανισμός δεν είναι γνωστό πότε διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλία, το βέβαιο είναι ότι τον 4ο μ.Χ. αιώνα έχει επικρατήσει στη Μαγνησία. Η πρώτη μαρτυρία επισκόπων προέρχεται από τα πρακτικά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), όπου υπάρχουν οι υπογραφές του Επισκόπου «Θηβών Θεσσαλίας» Κλεονίκου και του Λαρίσης Αγίου Αχιλλείου. Η ύπαρξη συγκροτημένης Εκκλησίας στη Δημητριάδα την ίδια περίοδο δεν μαρτυρείτε, αλλά συνάγεται από την παρουσία Επισκοπής στις πολύ κοντινές Φθιώτιδες Θήβες (σημερινή Νέα Αγχίαλος).

Η πρώτη επίσημη μαρτυρία Επισκόπου Δημητριάδος και συνεπώς Εκκλησίας, προέρχεται από τα πρακτικά της Γ’ Οικ. Συνόδου τα οποία υπέγραψε στην Έφεσο το 431 (22 Ιουλίου) και ο Δημητριάδος Μάξιμος. Το διάδοχό του Κωνσταντίνο μαρτυράνε τα πρακτικά της λεγόμενης «ληστρικής Συνόδου» (442) και της 4ης Οικουμενικής της Χαλκηδόνος (451). Οι επόμενοι Επίσκοποι, Αβουδάντιος και Προβιανός, με τη διαμάχη τους για το θρόνο αποκαλύπτουν ότι η πνευματική διοίκηση της Επισκοπής Δημητριάδος υπαγόταν στον Επίσκοπο Ρώμης στον οποίο καταφεύγει διαμαρτυρόμενος ο πρώτος.

Ένα μεγάλο κενό διαδοχής 350 χρόνων υποδηλώνει την έλλειψη μαρτυριών ή την ύπαρξη εκκλησιαστικών αναστατώσεων. Ο επίσκοπος Ξενοφών μαρτυρείτε από τα πρακτικά της Συνόδου του 879 με πατριάρχη το Μεγάλο Φώτιο . Έδρα του επισκόπου ήταν η Δημητριάς, η οποία προστατευμένη από τα τείχη που έφτιαξε ο Ιουστινιανός, συνέχιζε τη ζωή της στα βυζαντινά χρόνια, όπως φαίνεται από τις ανασκαφές, αλλά και τις άλλες εκκλησιαστικές μαρτυρίες, παρά τις μεγάλες επιδρομές που δέχτηκε από τον 9ο ο μέχρι τον 11ο αι. (Γότθοι, Ούννοι, Σλάβοι, Σαρακηνοί, Βούλγαροι, Βλάχοι.) Ενδεικτικό στοιχείο της ανώμαλης αυτής είναι ότι ο επόμενος επίσκοπος Ιωάννης μαρτυρείτε το 1100 – 1115, δηλαδή 221 μετά τον προηγούμενο.

Ακολουθεί η Φραγκοκρατία με λατίνους επισκόπους Δημητριάδος, ενώ οι Ορθόδοξοι επίσκοποι υπήρχαν μόνο «ψιλώ τίτλω», χωρίς επισκοπή και με αναγκαστική μνημόνευση μόνο του πάπα. Οι αντιφρονούντες τιμωρούνταν σκληρότατα (έργα παπικού εξάρχου Πελάγιου). Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και μέχρι το τέλος της (1261) αναφέρονται οι επίσκοποι Αρσένιος (1215 – 1122) με διαφορά 100 χρόνων από τον προηγούμενο, ο Νικόλαος Βλαττής (1230 – 1240), ο Νεόφυτος ο Α (1240) που ήταν μάλλον τιτλούχοι υποταχτικοί στον πάπα. Από το 1272 μέχρι το 1280 επίσκοπος Δημητριάδος είναι ο Μιχαήλ Πανάρετος, μετά τον οποίο μαρτυρείτε ο Δημητριάδος Βησσαρίων (1490) αλλά με κενό 210 χρονών και στα χρόνια των Τούρκων. Το κενό αυτό μαρτυράει την κατοχή της περιοχής από Καταλάνους Ισπανούς τυχοδιώκτες (1318) που κατάργησαν τους Ορθόδοξους επισκόπους ώστε να εξαφανισθεί η χειροτονία ιερέων και μαζί τους η Εκκλησία. Υπήρχαν μόνο λατίνοι επίσκοποι.

Το 1423 η Μαγνησία περνάει σε Τουρκική κατοχή, με οχυρωμένο κέντρο το κάστρο του Βόλου. Είναι πολύ δύσκολη η ανίχνευση της έδρας του επισκόπου μέχρι το 1600 που μαρτυρείτε σαν τέτοια ο λόφος της Επισκοπής ´’νω Βόλου. Η περίλαμπρη Δημητριάδα έχει εξαφανισθεί από τον 6ο αι. και κατά άλλους τον 16ο αι. Το μόνο που της απομένει ήταν ο τίτλος του επισκόπου. Στα χρόνια των τούρκων οι Επισκοπές και οι Μητροπόλεις κατέχονται πια μόνο από Ορθόδοξους Ιεράρχες, όπως φαίνεται από την ομαλή διαδοχή τους στους θρόνους κάτι που υποδηλώνει την ηρεμία στον Ορθόδοξο εκκλησιαστικό χώρο. Οι λατίνοι ιερείς εξαφανίσθηκαν αφήνοντας στο λαό τις χειρότερες αναμνήσεις και έργο μηδενικό.

Τον προαχθέντα σε Μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα ακολούθησαν ομαλά οι επίσκοποι Δημητριάδος Ιωσήφ (1542), Ιωάσαφ Α (1558), Δομένικος (1569), Ιωάσαφ Β (1571), Θεόφιλος (;), Παχώμιος (1581 – 1590). Η μεγάλη νύχτα της σκλαβιάς είχε αρχίσει.

Η περιοχή όμως υπέφερε και από πειρατικές προσβολές (1587 Ισπανοί, Γενοβέζοι, Φλωρεντίνοι πειρατές ) που ανάγκασαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τους παραθαλάσσιους οικισμούς.

Επόμενος επίσκοπος ήταν ο Φιλόθεος (1596), τον διαδέχθηκε ο Αγάπιος (1601 – 1610) και αυτόν ο Θεόκλητος Α (1626) στα χρόνια του οποίου, σύμφωνα με έκθεση του Ενετού προξένου της Κέρκυρας, ο Βόλος δεν είναι ούτε πόλη ούτε χωριό αλλά ένα μεγάλο λιμάνι όπου φουντάρουν πολλά καράβια. Το θεόκλητο ακολούθησε ο Κάλλιστος (1630 – 1639), ο ιδρυτής του ναού Επισκοπής ’νω Βόλου και αυτόν ο Γαβριήλ Α (1653 – 1663). Επί αρχιερατείας αυτού το κάστρο του Βόλου και η περιοχή δέχεται Βενετσιάνικη πειρατική επίθεση (Μοροζίνης 1665), που κατέληξε σε αρπαγές, τροφίμων και καταστροφή του τείχους του κάστρου του Βόλου. Τον Γαβριήλ Α διαδέχθηκε ο Διονύσιος ο Α(1663 – 1666).

Σχετικά με την εκλογή Επισκόπων : Οι επισκοπές Θεσσαλίας υπαγόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στον Μητροπολίτη Λάρισας. Όταν χήρευε μια επισκοπή όλοι οι επίσκοποι του Θεσσαλικού χώρου με πρόεδρο τον Λαρίσης σε ειδική σύναξη που γινόταν πότε στη μια και πότε στην άλλη Θεσσαλική πόλη, εξέλεγαν το νέο επίσκοπο από ένα τελικό τριπρόσωπο στο οποίο κατέληγαν.

Έτσι το Διονύσιο διαδέχτηκε ο Ιωαννίκιος (1678 – 1688) τον οποίο η Σύνοδος Θεσσαλίας καθαίρεσε για σοβαρά παραπτώματα. Στα χρόνια του Ιωαννίκιου μαρτύρησαν οι πηλιορείτες άγιοι Τριαντάφυλλος από Ζαγορά (8 – 8 – 1680) και ο Νέος Απόστολος από τον ’γιο Λαυρέντιο (16 – 8 – 1680) . Τη θέση του Ιωαννίκιου πήρε ο Καλλίνικος (1688 – 1714). Στα χρόνια του έχουμε νέα επίθεση βενετσιάνων στον Παγασητικό κόλπο. Ακολουθεί ο Παρθένιος (1714) και οι Νεκτάριος (1721),Ιάκωβος (1723-1729),Θεόκλητος Β, Μελέτιος (1740 – 1757). Το 1757 ο Ζαγοριανός Οικουμενικός Πατριάρχης Καλλίνικος (Μαυρίκιος) αποσπά την επισκοπή Δημητριάδος από τη Μητρόπολη Λάρισας και την προβιβάζει σε Αρχιεπισκοπή, χειροτονώντας αρχιεπίσκοπο από λαϊκό τον αδελφό του Γρηγόριο , ο οποίος υπήρξε ο μοναδικός Αρχιεπίσκοπος Δημητριάδος (1757 – 1794) με έδρα της Αρχιεπισκοπής τη Ζαγορά.

Στα χρόνια του άρχισε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Ρωσικά πολεμικά πλοία κυριεύουν το λιμάνι του Βόλου το 1771 κι αρπάζουν όλα τα σιτηρά. Επανέρχονται τον επόμενο χρόνο με αρχηγό τον έλληνα ναύαρχο Αντώνιο Ψαρρό και το 1789 με αρχηγό το θρυλικό Λάμπρο Κατσώνη. Οι τούρκοι οχυρωμένοι στο λιμάνι του Βόλου άρχισαν να ανησυχούν και έκαναν συστάσεις νομιμοφροσύνης στους προκρίτους και στον Αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο, ο οποίος παραιτήθηκε «λόγω γήρατος» το 1794. Τότε ο Κύπριος Οικουμενικός Πατριάρχης Γεράσιμος (Κασσαβέτης) προβιβάζει την Αρχιεπισκοπή Δημητριάδος σε Μητρόπολη και χειροτονεί Μητροπολίτη τον ανεψιό του αρχιδιάκονο του πατριαρχείου Αθανάσιο (Κασσαβέτη), τον επωνυμούμενο Κύπριο, και προσαγορευόμενο: «Μητροπολίτης Δημητριάδος και Ζαγοράς υπέρτιμος και έξαρχος Πελασγών».

Ο Αθανάσιος (1794 – 1821) προσάρμοσε τις γιορτές των χωριών της μητρόπολής του σύμφωνα με τις αγροτικές ασχολίες των κατοίκων τους, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα.

Γέροντας στα χρόνια της επανάστασης του 1821 συνεργάζεται με τον ’νθιμο Γαζή και τον αρχηγό της επαναστατικής πολεμικής αρμάδας που μπήκε στον Παγασητικό κόλπο Αναστάσιο Τσαμαδό καθώς και με τον καπετάνιο των επαναστατικών σωμάτων Πηλίου Κυρ. Μπασδέκη, τα οποία προσέβαλαν χωρίς να εκπορθήσουν το κάστρο του Βόλου.

Τον Αθανάσιο διαδέχθηκε ο Παρθένιος Β που όμως εγκατέλειψε σύντομα την επαρχία του και καθαιρέθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο τοποθέτησε Μητροπολίτη τον Βαρθολομαίο από Γρεβενών (1823 – 1832). Στα χρόνια του οι τούρκοι τιμώρησαν αυστηρά τα επαναστήσαντα χωριά του Πηλίου και αφήρεσαν τα προνόμια τους.

Διάδοχός του είναι ο Νεόφυτος Β (1836), ο οποίος για λόγους άγνωστους αντικαθίσταται από τον Ιωσήφ Β (1836 – 1837) κι αυτός ακόμα πιο γρήγορα από τον Γρηγόριο Β(1837 – 1838). Οι αλλεπάλληλες μεταβολές στην πνευματική ηγεσία υποδηλώνουν το κλίμα τρομοκρατίας που επικράτησε μετά την αποτυχία άλωσης του κάστρου του Βόλου. Η έδρα των μητροπολιτών Δημητριάδος τα δύσκολα αυτά χρόνια μετακινείται συνεχώς από Επισκοπή ’νω Βόλου σε Ζαγορά, από Μακρινίτσα σε Αγιά.

Τον Γρηγόριο Β διαδέχεται ο Ματθαίος (1838 – 1840) που μετατέθηκε και τη θέση του πήρε ο Μελέτιος από Μυτιλήνη, τον ακολούθησε ο Γαβριήλ Β (1846 – 1855) που επίσης αποχώρησε με μετάθεση κι αντικαταστάθηκε από το Γρηγόριο Γ (Ωρολογά) (1855 – 1858) που ήρθε με μετάθεση από Σάμο-Ικαρία και πέθανε στην Αγιά το 1858. Η ολιγόχρονη παραμονή των μητροπολιτών Δημητριάδος, μετά την έκρηξη της επανάστασης στο θρόνο της συντρέχει με δύσκολες συγκυρίες. Επόμενος Μητροπολίτης ήταν ο Θεσσαλός Δωρόθεος Σχολάριος (1858 – 1870), λόγιος αρχιερέας και συγγραφέας που με το βιβλίο του » Έργα και ημέρες » μας έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για το Βόλο και την περιοχή. Ψηφίστηκε ως Λαρίσης αλλά δεν έγινε δεκτός από τους Λαρισαίους και παραιτήθηκε . Τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Α Φουρτουνίαδης, ανιψιός του Οικουμενικού Πατριάρχου του ΣΤ, αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου ο Γρηγόριος (1870 – 1907) στην επανάσταση του Πηλίου το 1878 εξορίστηκε από τούς τούρκους για να επανέλθει το1878 μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Απεβίωσε στο Βόλο το 1907 και τάφηκε πίσω από το ιερό του Ι.Ν.Αγίων Θεοδώρων Βόλου. Τον διαδέχθηκε ο Γερμανός Μαυρομάτης (1907 – 1935) από τα Ψαρρά. Ο Γερμανός δημιουργεί το λεγόμενο «Ψαλτικό ζήτημα» είναι ο πρωταγωνιστής κατήγορος των «αθεϊκών» του Βόλου που κατέληξαν στην αθώωση όλων των κατηγορηθέντων. Ο δεσποτικός του χαρακτήρας και η αυταρχική του συμπεριφορά τον οδηγούν στην απώλεια της «έξωθεν καλής μαρτυρίας». Την άνοιξη του 1935 προσχωρεί απροσδόκητα στο παλαιό εορτολόγιο πιστεύοντας ότι αυτό θα επικρατήσει και ορεγόμενος τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ενίσχυσε έτσι με την παρουσία του και με τoν Αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Χρυσόστομο και πρ.Φλωρίνης Χρυσόστομο το παλαιοημερολογίτικο σχίσμα, που ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα την εκκλησία. Τελικά εγκατέλειψε τους παλαιοημερολογίτες και ζήτησε συγχώρηση από την Eκκλησία, η οποία τον είχε καθαιρέσει σε μοναχό. Το 1944 απεβίωσε ως μοναχός, η Εκκλησία δέχθηκε την μετάνοιά του και αποφάσισε τη μνημόνευσή του ως αρχιερέα.

Τον διαδέχθηκε ο Ιωακείμ Αλεξόπουλος (1935 – 1957) ο από Βοστόνης (1923 – 1930) και Φωκίδος (1931 – 1935). Αρχιερέας λόγιος με πλούσιο συγγραφικό εκκλησιαστικό έργο. Στα χρόνια του ιδρύθηκαν δεκάδες κατηχητικά σχολεία με χιλιάδες μαθητές, ακούστηκε το κήρυγμα, αποκαταστάθηκε η κλονισμένη από τον προκάτοχό του ειρήνη των πιστών και του κλήρου. Με ανεξάντλητες οργανωτικές ικανότητες και παρά τις δύσκολες συγκυρίες προικίζει τη Μητρόπολη με το σημερινό Μητροπολιτικό οίκο και τα γύρω οικόπεδα όπου κτίσθηκαν τα υπάρχοντα σήμερα οικήματα και το ναίδριο του Αγ. Νεκταρίου. ’σκησε με ιδιαίτερη αυταπάρνηση τον κοινωνικό χριστιανισμό. Στον πόλεμο 1940 – 41 παρέμεινε ακλόνητος στην έδρα του παρά τους βομβαρδισμούς της πόλης του Βόλου. Στην κατοχή 1941 – 1944 οργάνωσε συσσίτια για χιλιάδες πεινασμένους, γλίτωσε πατριώτες από φυλακή και εκτέλεση, έσωσε τους εβραίους του Βόλου. Στα πικρά μετακατοχικά χρόνια βρέθηκε δίπλα στο ποίμνιό του, όπως και στους καταστροφικούς σεισμούς 1954 – 1955. Έζησε μαζί με όλους σε σκηνή και μετά σε παράγκα όπου και παραιτήθηκε το 1957. Ενίσχυσε τις μονές και το μοναχικό βίο, έζησε σαν ασκητής. Το 1959 κοιμήθηκε και τάφηκε στον περίβολο του Ι.Ν. Αγίου Βασιλείου Βόλου όπου υπάρχει και η επιτάφια προτομή του.

Τον διαδέχθηκε ο από Τριφυλίας και Ολυμπίας Δαμασκηνός Χατζόπουλος (1958 – 1968), ο οποίος είχε φυλακιστεί ως ιερέας σε γερμανικά στρατόπεδα. Παραιτήθηκε το 1968 για λόγους υγείας.

Ακολουθεί ο Ηλίας Τσακογιάννης (1969 – 1974). Υπήρξε σεμνός και δημιουργικός ιεράρχης, η εξάρτησή του όμως από το δικτατορικό καθεστώς και τον διορισμένο αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο προκάλεσε την έκπτωσή του από το θρόνο επί αρχιεπισκόπου Σεραφείμ.

Τον διαδέχθηκε ο Μητροπολίτης Χριστόδουλος Παρασκευαϊδης (1974 – 1998). Διδάκτωρ της Θεολογίας, πτυχιούχος της Νομικής, πολυμαθής και πολύγλωσσος, ικανότατος κήρυκας και ρήτορας, παραγωγικός συγγραφέας με πλούσιο συγγραφικό έργο. Μητροπολίτης σε ηλικία 35 ετών αναδείχτηκε άριστος οιακοστρόφος σε δύσκολα χρόνια για την Εκκλησία, την οποία εποίμανε άψογα για 23 χρόνια. Επί των ημερών του η Εκκλησία της Δημητριάδος πέρασε στην λαμπρότερη φάση της ιστορικής της πορείας. Το έργο του επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς (Οργάνωση Εκκλησίας – ανάπτυξη και στήριξη μονών – ίδρυση νέων ναών – ενοριακά πνευματικά κέντρα – ανέγερση γραφείων και άλλων εκκλησιαστικών οικημάτων – Ραδιοφωνικός σταθμός κ.α.). Το πνευματικό έργο αναπτύχθηκε σε χώρους νεολαϊκιστικούς κοινωνικούς και επιστημονικούς. Κοινωνικός χριστιανισμός σε επίπεδο γονέων και παιδιού ( σχολή γονέων – τομέας συμπαράστασης οικογένειας κ.α.), σε επίπεδο φιλανθρωπίας (σπίτια γαλήνης Χριστού – συμπαράσταση στα γηρατειά, τον άρρωστο, το φυλακισμένο, τον άπορο ). Σε ευρύτερη διάσταση υπήρξε πρωτοπόρος και χαλύβδινος υπερασπιστής των δικαιωμάτων της εκκλησίας (πολιτικός γάμος, εκκλησιαστική αυτονομία κ.α.), φλογερός συμπαραστάτης στους αγώνες υπεράσπισης των εθνικών μας ζητημάτων. Σε επίπεδο διεκκλησιαστικών σχέσεων και πορείας της Εκκλησίας της Ελλάδος πέρα από το σωτήριο έτος Κυρίου 2000 αποτελεί τη χαρισματικότερη προσωπικότητα και την πιο χρυσή ελπίδα του Χριστεπώνυμου πληρώματός της, το οποίο ποιμαίνει τώρα πια ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

Ο νυν Μητροπολίτης Δημητριάδος είναι ο Ιγνάτιος Α’ που γεννήθηκε το 1956 στον Αγιο Δημήτριο Αττικής.

Δημήτριος Τσιλιβίδης
Δρ. Θεολογίας

Related posts