13 Αυγούστου, 2020

«Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ κ. κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ, ΒΟΛΟΣ 21-10-2013

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ κ. κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ 2013-2014

Βόλος 21/10/2013

 

 

Αγαπητοί μου Πατέρες,

Αξιότιμοι κ. Καθηγητές,

 

Ξεκινάμε σήμερα τις ιερατικές συνάξεις του εκκλησιαστικού έτους 2013-2014, οι οποίες θα είναι αφιερωμένες στη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων και τη σημασία της για την Πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας.

Την περασμένη χρονιά, αναφερθήκαμε στους Πατέρες της Εκκλησίας και τη διδασκαλία τους. Με τη φετινή θεματολογία συνεχίζουμε το θέμα του περασμένου έτους. Όπως γνωρίζουμε, οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούσαν τη ζώσα φωνή και μαρτυρία της Πίστης και της εμπειρίας της Εκκλησίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι βασίστηκαν στην πατερική διδασκαλία, την οποία προσέλαβαν, διετύπωσαν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και προσοχή, και καθιέρωσαν ως επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού. Η διδασκαλία του Μεγάλου Αθανασίου, των Καππαδοκών Πατέρων, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Λέοντος Ρώμης, του Μαξίμου του Ομολογητού, του Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλων μεγάλων Πατέρων τροφοδότησε τη θεολογική σκέψη των Πατέρων που συγκρότησαν τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες μας παρέδωσαν το σύμβολο της Πίστεως, τους όρους, και τους κανόνες, στους οποίους αναφέρεται διαρκώς η θεολογία μας μέχρι και σήμερα.

Η Ορθόδοξη Πίστη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της χριστιανικής και εκκλησιαστικής ύπαρξης και ζωής, όπως μας τονίζει στο Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Χριστός. Όταν ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές του «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι», ο Πέτρος του απάντησε «συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος». Ο Χριστός τον επαίνεσε για την απάντησή του αυτή με τα λόγια, «μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Η Εκκλησία οικοδομείται πάνω στην πέτρα της Πίστεως. Μια χριστιανική κοινότητα, που δεν πιστεύει ορθά στο Θεό, έχει νοθεύσει την ταυτότητα και την αποστολή της. Διδάσκει στους ανθρώπους μια πίστη που δεν παραπέμπει στον τριαδικό Θεό, όπως αυτός είναι, αλλά όπως εκείνη τον φαντάζεται. Και κάτι τέτοιο τραυματίζει καίρια τη σχέση των ανθρώπων με το Θεό.

Είναι γνωστή μια ιστορία από το Γεροντικό, που μας διηγείται ότι κάποιοι μοναχοί για να δοκιμάσουν ένα ξακουστό Γέροντα άρχισαν να τον κατηγορούν για διάφορα πάθη και αμαρτήματα. Εκείνος δεχόταν αγόγγυστα και ταπεινά όλες τις κατηγορίες, χωρίς να διαμαρτύρεται. Όταν όμως τον αποκάλεσαν αιρετικό, διαμαρτυρήθηκε έντονα ομολογώντας την oρθοδοξία του. Όταν στη συνέχεια οι μοναχοί τον ρώτησαν γιατί δεν αντέδρασε για όσα αμαρτήματα εσφαλμένα του απέδιδαν, διαμαρτυρήθηκε όμως όταν τον αποκάλεσαν αιρετικό, εκείνος απάντησε ότι εάν δεχόταν ότι, είναι αιρετικός, θα χωριζόταν από το Θεό.

Υπάρχει μία ακόμη χαρακτηριστική ιστορία που φανερώνει τη μεγάλη σημασία της ορθής Πίστης, και την οποία μας έχει παραδώσει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αυτός ο μεγάλος υπερασπιστής της ορθοδοξίας των εικόνων. Κάποιος, λέει, ασκητής αντιμετώπιζε για μεγάλη χρονική περίοδο πολύ έντονους σαρκικούς πειρασμούς. Είχε στην καλύβη του μια εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου, μπροστά στην οποία προσευχόταν καθημερινά. Παρόλα αυτά, ο πόλεμος του διαβόλου συνεχιζόταν τόσο έντονα ώστε να έχει καταστεί σχεδόν ανυπόφορος. Κάποια, λοιπόν, από τις ημέρες εκείνες, εμφανίστηκε στον ασκητή ο δαίμονας που τον πολεμούσε, και του πρότεινε να σταματήσει να τον πολεμά, αρκεί ο ασκητής να απομάκρυνε από το κελί του την εικόνα. Ο μοναχός προβληματίστηκε και, μαθημένος καθώς ήταν να επιζητεί πάντοτε τη συμβουλή και την ευλογία των Γερόντων, απευθύνθηκε σε κάποιον άγιο και έμπειρο συνασκητή του. Εκείνος τότε τον συμβούλευσε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο γι’ αυτόν να διαπράξει κάθε είδος σαρκικής αμαρτίας, παρά να απομακρύνει την εικόνα από το κελί του. Αυτό έδωσε κουράγιο και δύναμη στο μοναχό να συνεχίσει τον αγώνα του περιφρονώντας τον πόλεμο και τα τεχνάσματα του διαβόλου και παραμένοντας σταθερός στην Πίστη της Εκκλησίας.

Η προάσπιση της ορθόδοξης Πίστης είναι κάτι στο οποίο η Εκκλησία αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της και του δυναμισμού της. Ήδη τον 4ο αιώνα, με το τέλος των διωγμών, η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος συγκροτήθηκε για να αντιμετωπίσει την πρώτη μεγάλη αίρεση, την αίρεση του Αρείου και των οπαδών του, οι οποίοι αρνούνταν τη θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν ο Χριστός δεν ήταν Θεός, όπως ισχυριζόταν ο Άρειος, αλλά απλώς και μόνο ένα δημιούργημα του Θεού, τότε με την ενσάρκωσή Του δεν θα ενωνόταν η ανθρώπινη φύση με τη θεία. Η απόσταση ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο θα παρέμενε αγεφύρωτη. Εξάλλου, οι χριστιανοί που από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξης της Εκκλησίας λάτρευαν το Χριστό, έφεραν το όνομά Του, και καλούνταν να μαρτυρήσουν για την Πίστη τους σ’ Εκείνον, δεν θα διέφεραν στην πραγματικότητα από τους ειδωλολάτρες. Επιπλέον, η αγιοπνευματική χαρισματική εμπειρία της Εκκλησίας θα έχανε το νόημά της, καθώς δεν θα αποτελούσε μετοχή στη ζωή και τη χάρη του Θεού.

Τον ίδιο αιώνα η Εκκλησία καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Απολλιναρίου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο νου, διότι δήθεν ο ανθρώπινος νους και η ανθρώπινη σκέψη οδηγούν αναπόφευκτα στην αμαρτία, και άρα δεν έχουν θέση στην ύπαρξη και τη ζωή του Θεανθρώπου. Η δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος, καταδικάζοντας την παραπάνω θεωρία, τόνισε τη σημασία της λογικότητας του ανθρώπου ως δώρου του Θεού, ενός δώρου το οποίο ο ίδιος ο Υιός του Θεού και Θεός με την ενανθρώπησή Του προσέλαβε, θεράπευσε, και αγίασε. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για να μας απαλλάξει από τις αμαρτίες μας, όχι από το μυαλό μας. Οι χριστιανοί καλούνται να αποκτήσουν «νουν Χριστού», «αιχμαλωτίζοντες παν νόημα εις υπακοήν Του». Τα προϊόντα του ανθρώπινου στοχασμού δεν είναι αμαρτωλά, όταν προέρχονται από ένα νου εξαγιασμένο.

Η επόμενη μεγάλη δογματική πρόκληση για την Εκκλησία ήρθε μετά από μισό περίπου αιώνα. Γύρω στα 430 μ.Χ. ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος ισχυρίστηκε ότι στο Χριστό έχουμε όχι ένα αλλά δύο πρόσωπα, το Θεό Λόγο και τον άνθρωπο Ιησού, δύο πρόσωπα που ήταν ενωμένα μεταξύ τους με μια «σχετική» ένωση, με ένα είδος δηλαδή λίγο-πολύ εξωτερικής και χαλαρής συνάφειας, που θεμελιωνόταν στην κοινή τιμή και αξία των δύο αυτών προσώπων. Ένας, όμως, τέτοιος διχασμός του Χριστού θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν ενώθηκε πραγματικά με τον άνθρωπο και ότι κατά συνέπεια ούτε ο άνθρωπος θα μπορούσε εν Χριστώ να ενωθεί με το Θεό. Η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος, καταδικάζοντας την αίρεση του Νεστορίου, επανεπικύρωσε τη θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, σύμφωνα με την οποία «ο Θεός ενηνθρώπισεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», ο Θεός ενώθηκε πλήρως με τον άνθρωπο, έγινε άνθρωπος, ώστε και ο άνθρωπος να μπορεί να γίνει κατά χάριν θεός.

Είκοσι χρόνια αργότερα, το 451μ.Χ., συνήλθε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα, με αφορμή τη διδασκαλία του Ευτυχή, ενός διάσημου μοναχού εκείνης της εποχής. Ο Ευτυχής ισχυριζόταν ότι το σώμα του Χριστού δεν ήταν ομοούσιο με το δικό μας, ο Χριστός δηλαδή δεν ήταν πραγματικός άνθρωπος, επειδή η ανθρώπινη φύση Του είχε αλλοιωθεί ως αποτέλεσμα της ενώσεώς της με τη θεία φύση. Εάν, όμως, όντως είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε ότι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό δεν συνεπάγεται την τελείωση αλλά την καταστροφή του ανθρώπου. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ευτυχή και τη διδασκαλία του και διακήρυξε ότι ο ένας Χριστός δεν είναι μόνο τέλειος Θεός αλλά και τέλειος άνθρωπος. Κάθε άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό δεν χάνει τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαιτερότητα και την ομορφιά της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ζωής, αλλά αντιθέτως τα αγιάζει και τα μεταμορφώνει μέσα από την ανακαινιστική ενέργεια του Θεού. Το μόνο που έχει να χάσει ο άνθρωπος, που ενώνεται με το Θεό, είναι τα πάθη και οι αμαρτίες του.

Η πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος στα μέσα του 6ου αιώνα καταδίκασε, μεταξύ άλλων, τη διδασκαλία του Ωριγένη, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι, αλλά ακόμη και οι δαίμονες, τελικά θα σωθούν. Η διδασκαλία αυτή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη γνωστή σε όλους μας περικοπή για την τελική κρίση από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, πλήττει καίρια τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων. Σχετικοποιεί τη διαφορά του καλού από το κακό, εφόσον και τα δύο οδηγούν τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα. Επιπλέον χρησιμεύει ως εύκολη και φτηνή δικαιολογία για την επιτέλεση του κακού, εφόσον, ούτως ή άλλως, η σωτηρία του ανθρώπου είναι εξασφαλισμένη. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος προειδοποιεί τους αναγνώστες του έργου του με τα παρακάτω λόγια: «πρόσχωμεν πάντες, επί πλείον δε οι πεπτωκότες, μη νοσήσαι εν καρδία την Ωριγένους του αθέου νόσον˙ την γαρ του Θεού φιλανθρωπίαν προβαλλομένη η μιαρά, ευπαράδεκτος τοις φιληδόνοις γίνεται». «Ας προσέξουμε όλοι, ιδίως όσοι έχουμε διαπράξει μεγάλα αμαρτήματα, να μην νοσήσει η καρδιά μας με τη νόσο του άθεου Ωριγένη˙ διότι η μιαρή αυτή αρρώστια, υπερτονίζοντας τη φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται εύκολα παραδεκτή από τους φιλήδονους».

Η έκτη οικουμενική σύνοδος συνήλθε για να καταδικάσει μία ακόμη αίρεση, εκείνη του μονοθελητισμού. Η αίρεση αυτή ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινη θέληση, διότι αυτή είχε κατακυριευτεί από τη θεία θέληση. Η Σύνοδος, βασισμένη στη θεολογία ενός απλού μοναχού αλλά συνάμα και μέγιστου ονόματι και πράγματι θεολόγου, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, επανέλαβε ότι ο Χριστός είχε όχι μόνο θεία αλλά και ανθρώπινη θέληση, η οποία όμως δεν αντιμαχόταν τη θεία θέληση, αλλά υποτασσόταν ελεύθερα σ’ αυτήν. Ο Χριστός, ως τέλειος άνθρωπος, ήθελε ελεύθερα αυτό που ήθελε ο Θεός. Αυτό σημαίνει για μας ότι ο Θεός δεν καταστρέφει αλλά τελειοποιεί και εξαγιάζει την ελευθερία των ανθρώπων, μέσα από μια υγιή διαδικασία ελεύθερης κατά Θεόν υπακοής.

Τέλος, η έβδομη οικουμενική σύνοδος υπερασπίστηκε την προσκύνηση των εικόνων. Εφόσον ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος, είναι περιγραπτός και εικονιστός κατά το ανθρώπινον, η δε τιμή που αποδίδουμε στην εικόνα, «επί το πρωτότυπον διαβαίνει», σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Μεγάλου Βασιλείου.

Ήδη από τις προηγηθείσες αναφορές γίνεται σαφής μια βασική διάσταση της Ορθόδοξης διδασκαλίας των Οικουμενικών μας Συνόδων. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι απλώς και μόνο μια θεωρητική γνώση της αλήθειας για το Θεό. Η Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ ένα είδος «φιλοσοφικής σχολής», και η μαθητεία στις αλήθειες της δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα μιας ξερής, έστω και ορθής, θρησκευτικής γνώσης. Η λέξη «Ορθοδοξία» σημαίνει ορθή δόξα. Η λέξη όμως «δόξα» σημαίνει τόσο το δόγμα, δηλαδή την Πίστη, όσο και τη Λατρεία, τη δοξολογία δηλαδή του Θεού. Ορθόδοξος είναι αυτός που πιστεύει, δηλαδή λατρεύει, ορθά το Θεό, ή αντίστροφα, αυτός που λατρεύει, δηλαδή πιστεύει, ορθά το Θεό. Ήδη τον τρίτο αιώνα ο Άγιος Ειρηναίος τόνιζε ότι «ημών σύμφωνος η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην»˙ η γνώμη, δηλαδή η Πίστη, και η Ευχαριστία συνδέονται άρρηκτα. Δύο περίπου αιώνες αργότερα, ένας διακεκριμένος μοναχός θα γράψει ότι «ει θεολόγος ει, προσεύξει αληθώς, ει δε προσεύχει αληθώς, θεολόγος εί». Εάν είσαι θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά, και εάν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος.

Τη στενή σύνδεση της Πίστης με τη Λατρεία την κατανοούμε εάν φέρουμε για μια στιγμή στο μυαλό μας το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας θα αποτελούσε χονδροειδή ειδωλολατρική πράξη χωρίς την πίστη στη θεότητα του Χριστού, που διακήρυξε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε, εάν γινόταν δεκτή η διδασκαλία του Νεστορίου, που απέκοπτε την ανθρωπότητα του Χριστού από τη θεότητά Του. Στην περίπτωση αυτή θα κοινωνούσαμε το σώμα και το αίμα ενός ανθρώπου ενωμένου απλώς και μόνο κατά χάριν, θέλησιν, και ευδοκίαν με το Θεό, και όχι το σώμα και το αίμα του ίδιου του σαρκωμένου Θεού. Τέλος, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας θα έχανε το νόημά του, εάν ίσχυε αυτό που ισχυρίζονταν ορισμένοι εικονομάχοι, ότι δηλαδή ο καθαγιασμένος άρτος και οίνος αποτελούν απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού – στην πραγματικότητα εδώ δεν έχουμε απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού αλλά τον ίδιο το Χριστό, το ίδιο το σώμα Του και το ίδιο αίμα Του. Η βαθιά διασύνδεση της Πίστης με τη Λατρεία αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι η πρώτη Κυριακή των Νηστειών, κατά την οποία εορτάζουμε την Ορθόδοξη πίστη που προέβαλαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, συνδέεται με την αναστήλωση των εικόνων, ενός δηλαδή σημαντικού λειτουργικού αντικειμένου, σε συμφωνία με τη διδασκαλία της εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου.

Η Πίστη όμως της Εκκλησίας δεν συνδέεται μόνο με τη Λατρεία της, αλλά και γενικότερα με την όλη ζωή της. Δεν είναι μόνο υπόθεση του νου, αλλά επίσης βίωμα της καρδιάς. Το πρώτο είναι πολύ λίγο χωρίς το δεύτερο. Ένας από τους λόγους, για τους οποίους ο Χριστός κατέκρινε τους Ιουδαίους, συμπυκνώνεται στα προφητικά λόγια του Ησαΐα, τα οποία ο Χριστός επαναλαμβάνει: «ο λαός ούτος τοις χείλεσιν αυτών με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού». Ο Χριστός ζητεί να έχει την πρώτη θέση όχι μόνο στο μυαλό μας ή το λόγο μας, αλλά και στην καρδιά μας. Ο Θεός απευθύνει σε όλους μας την έκκληση που διαβάζουμε στις Παροιμίες: «υιέ, δος μοι σην καρδίαν».

Η πίστη της Εκκλησίας συνδέεται επίσης με τα έργα. Όπως γράφει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, «η Πίστις άνευ των έργων νεκρά εστι». Ο Χριστός, άλλωστε, στο Ευαγγέλιο μας τονίζει ότι «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς». Ομολογούμε και τιμάμε την Ορθόδοξη διδασκαλία των Οικουμενικών μας Συνόδων, όταν την μετουσιώνουμε σε πράξη ζωής, όταν της επιτρέπουμε να καθοδηγεί και να εμπνέει την ευσέβειά μας και το ποιμαντικό μας έργο.

Εκτός όμως από τη ζωή και το ποιμαντικό έργο του καθενός από μας, η διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων συνδέεται άρρηκτα με την ζωή και την ενότητα της καθόλου Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην ενότητα της Πίστεως, την οποία σε κάθε θεία λειτουργία ζητούμε από το Θεό. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας, δεν είναι πια σε θέση να ομολογεί την Πίστη της Εκκλησίας. Η λέξη «ομολογία» συνδέεται με το ρήμα ομολογώ, που σημαίνει «ομού λέγω», λέω δηλαδή το ίδιο πράγμα μαζί με τους άλλους, μαζί, δηλαδή, με την Εκκλησία. Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία, εγκαταλείπει και τη δυνατότητα να «ομολογεί» την πίστη της. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας, διαπράττει σχεδόν εξίσου σοβαρό αμάρτημα με εκείνον που τραυματίζει την αυθεντικότητα της Πίστεως, στην οποία αυτή η ενότητα θεμελιώνεται.

Άλλωστε, η Ορθόδοξη Πίστη που μας παρέδωσαν οι Πατέρες και οι Σύνοδοι δεν είναι μία ιδέα αλλά ένα πρόσωπο. «Εγώ ειμι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή», διακήρυξε ο Χριστός. Όταν ο Φίλιππος κάλεσε το Ναθαναήλ, δεν επικαλέστηκε μια θεωρία, αλλά τον προσκάλεσε να δει ένα πρόσωπο: «έρχου», του είπε, «και είδε». Η αλήθεια ταυτίζεται με το Χριστό, και οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στο Χριστό, όχι απλώς και μόνο σε μία, έστω και ορθή, θρησκευτική θεωρία. Για να το θέσουμε όμως ακριβέστερα, οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στον όλο Χριστό και ο όλος Χριστός, σώμα και κεφαλή, συμπεριλαμβάνει, όπως έγραψε ο Άγιος Αυγουστίνος και επανέλαβε στις μέρες μας ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, την Εκκλησία, «το πλήρωμα», κατά τον Απόστολο Παύλο, «του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου».

Η διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων σχετίζεται και με ένα τελευταίο στοιχείο, και αυτό δεν είναι άλλο από την ιεραποστολή. Το μεγάλο δώρο της ορθόδοξης Πίστης, που μας κληροδότησαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, δημιουργεί ευθύνες. Ο ίδιος ο Χριστός, στον οποίο αναφέρεται η διδασκαλία των Συνόδων, είναι ο πρώτος και μεγάλος ιεραπόστολος. Όπως διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, οι Ιουδαίοι, λίγο μετά την Πεντηκοστή, συνέλαβαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη με αφορμή το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Απόστολο Πέτρο. Όταν μετά από λίγο τους άφησαν ελεύθερους, τους απείλησαν να μην μιλούν καθόλου για τον Ιησού. Η απάντηση των Αποστόλων σ’ αυτή την απειλή ήταν η εξής: «εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε». Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σήμερα και για μας. Η Εκκλησία δεν ήταν ποτέ μια εσωστρεφής και αυτοαπασχολούμενη κοινότητα. Την συνείχε πάντοτε το χρέος να μεταδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού στους εγγύς και τους μακράν, με το λόγο της και τη ζωή της. Το χρέος της ιεραποστολής αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθόδοξης Πίστης. «Ουδέν ψυχρότερον χριστιανού ετέρους μη σώζοντος» γράφει ο Χρυσόστομος. Πολύ δικαιολογημένα λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος συνέγραψε πριν από δεκαετίες ένα σχετικό κείμενο με τον ενδεχομένως προκλητικό αλλά στην πραγματικότητα πολύ εύστοχο  τίτλο «αδιαφορία για την ιεραποστολή σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας».

Αυτό το μεγάλο έργο της διαφύλαξης και της μαρτυρίας της Ορθόδοξης Πίστης η Εκκλησία μας το έχει αναθέσει στους ιερείς της και μάλιστα στον επίσκοπο. Ο επίσκοπος κατά τη χειροτονία του ομολογεί την ορθόδοξη Πίστη, χειροτονείται δε ακριβώς προ της αναγνώσεως των βιβλικών αναγνωσμάτων της λειτουργίας για να τονιστεί με τον τρόπο αυτό η ευθύνη του να ορθοτομεί το λόγο της αληθείας κατά το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Η συνεχής μαθητεία στις πηγές της Ορθόδοξης Πίστης, το Ευαγγέλιο, τα κείμενα των Πατέρων, και τους όρους και τους κανόνες των Οικουμενικών μας Συνόδων, αποτελεί καθημερινό καθήκον όλων των κληρικών, ώστε να είναι σε θέση, με το λόγο τους και τη ζωή τους, να ποιμάνουν τα λογικά πρόβατα της εκκλησιαστικής ποίμνης και να δώσουν στο σύγχρονο κόσμο τη μαρτυρία για το Χριστό.

Είμαι βέβαιος ότι η θεματολογία των ιερατικών μας συνάξεων, που θα συνδυάζει την ιστορία με το παρόν και τη θεωρία με τη ζωή, θα αποτελέσει πηγή θεολογικής και ποιμαντικής τροφοδοσίας για όλους μας, και εύχομαι «καλή επιτυχία» στους εισηγητές των επιμέρους θεμάτων των συνάξεών μας.

Related posts