22 Φεβρουαρίου, 2024

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΟΥ κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΙΕΡΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ 2012-2013

Σεβασμιώτατε,

Αδελφοί και πατέρες,

Με βαθύτατη ευγνωμοσύνη στρέφω τα μάτια και την καρδιά μου προς τον πανάγαθο Θεό, που με αξιώνει να ανοίγω μίαν αυλαία. Αυλαία, όχι καλλιτεχνικής εκδηλώσεως η συνηθισμένου συνεδρίου, αλλά αυλαία σύναξης αναζητητών πατερικού λόγου, λόγου ζωής, λόγου σοφίας, λόγου βιωμένου δόγματος, λόγου φλογερής πίστης για τον Δημιουργό του παντός, λόγου φλογερής αγάπης για τον πλησίον, για τον συνάνθρωπο, για τον αδελφό.

Με περισσή σοφία αλλά και με σαφές μήνυμα, η ορθόδοξη παράδοσή μας, όταν θέλησε να παραπέμψει σε εκείνα τα όργανα της χάριτος, που με τον βίο και την γραφίδα τους θωράκισαν την πίστη μας, έβαλε σε δεύτερη μοίρα όρους, όπως «σοφοί», «πεφωτισμένοι» η «ιεροί συγγραφείς» και ανέδειξε ως κύρια προσφώνηση την γλυκύτατη λέξη «πατέρας», δηλωτική μίας σχέσης, που νοηματοδοτεί κάθε ανθρώπινη ζωή, αλλά και που υπενθυμίζει διαρκώς μίαν άλλη πατρότητα, εκείνη του Θεού προς εμάς.

Διαθέτουμε δείγματα ποιότητας αυτής της Θεϊκής πατρότητας.

Είναι η μορφή του πατέρα στην παραβολή του ασώτου, που  «έτι δε αυτού μακράν απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν».

Είναι ο πατήρ, που γνωρίζει αυτά, «ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν».

Είναι τέλος ο Πατήρ, ο οποίος «ούτω γαρ ηγάπησεν… τον κόσμον, ώστε τον υιόν Αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». (Ιω. 3, 16)

Τέτοιας ποιότητας Πατέρες έχουμε, πρωτίστως, όμως, τέτοιων χαρακτηριστικών, Θεό -Πατέρα εμπιστευόμαστε. Θεό, πρωτίστως πατρικής μέριμνας και κατόπιν δυνάμεως και εξουσίας. Τέτοιους πατέρες, τέτοιους ηγέτες στερείται σήμερα ο κόσμος. Τέτοιους Πατέρες θα αναζητήσουμε και κατά  την διάρκεια αυτών των συναντήσεών μας.

Είναι βέβαια γεγονός, πως στη σειρά αυτών των συνάξεων, που σήμερα εγκαινιάζεται, ομιλίες θα ακουστούν, κείμενα θα επιστρατευθούν, νοητικά συμπεράσματα θα προκύψουν. Δεν είναι όμως αυτό το βασικό ζητούμενο. Αυτό που κυρίως και επειγόντως πρέπει να αναζητηθεί, είναι η πατρική παρουσία, η πατρική αίσθηση, που προστατεύει χωρίς να καταδυναστεύει, που ενθαρρύνει χωρίς να κολακεύει, που ελεεί χωρίς να υποχρεώνει, αλλά και που διδάσκει χωρίς να παραμορφώνει.  Μαζί με την διάνοιά μας, που θα αναζητήσει την πληρότητα, μέσω εισηγήσεων και κειμένων, έχουμε ανάγκη να δώσουμε την ευκαιρία και στην ψυχή μας να αναζητήσει τη δική της πληρότητα, μέσω της λεπτής αύρας του ήθους και των αρετών, που διαποτίζουν τον κάθε στίχο των Πατερικών συγγραμμάτων.

Ναι, αγαπητοί μου: Πολλοί χαρακτηρισμοί ταιριάζουν στην εποχή μας, ένας, όμως, συμπυκνώνει όλη την τραγωδία της: Η ορφάνια. Μας λείπει αφόρητα η πατρική ασφάλεια, η πατρική ευλογία, η πατρική αγάπη. Περιπλανώμεθα εις χώραν μακράν, όπου άνθρωπος δεν βρίσκεται να συμπονέσει και να στηρίξει. Εις χώραν μακράν, όπου τα λόγια ηχούν εκκωφαντικά, διότι τίποτε δεν περιέχουν. Πίσω όμως από τις λέξεις των δικών μας Πατέρων, ευωδιάζει η συνέπεια λόγων και πράξεων, η προτεραιότητα του βιώματος έναντι της λεκτικής διατύπωσης και, πάνω απ’ όλα, η ανιδιοτέλεια του μόχθου και της προσφοράς τους, ενίοτε μάλιστα και το βαρύ τίμημα της σύγκρουσής τους με τις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου.

Ποτέ Πατερικό σύγγραμμα δεν χάρισε στον συγγραφέα του ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, διασημότητα η πλούτο. Αντίθετα, λόγοι και κείμενά τους, οδήγησαν έναν Ιερό Χρυσόστομο στην εξορία, έναν Μάξιμο Ομολογητή στον ακρωτηριασμό, έναν Ιγνάτιο Θεοφόρο στο μαρτύριο και τον θάνατο.

Πριν καταστούν «Πατέρες» ανθρώπων, οι άγιοι συγγραφείς μας, μεταμορφώθηκαν σε κατά χάριν Υιούς Θεού. Πριν η γραφίδα κινηθεί πάνω στον πάπυρο η την περγαμηνή, προσέφεραν την ύπαρξή τους ως κατάλευκη σελίδα -tabula rasa-, προκειμένου ο Θεός Πατέρας να εγγράψει επ΄ αυτής το θέλημά Του. Πριν θεολογήσουν, έγιναν  ολόκληροι μία φλόγα αγάπης και ευγνωμοσύνης, που ζήτησε να φτάσει στην Πηγή πάσης δόσεως αγαθής και παντός δωρήματος τελείου. Σας παρακαλώ να προστρέξετε κάποια στιγμή ενδεικτικά στην ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης στο Άσμα Ασμάτων και να συγκλονιστείτε από λόγο δίψας για μία συνάντηση του κτίσματος με τον Κτίστη, λόγο δίψας Θεού, άρα λόγο όντως θεολογικό: «Δείξόν μοι τον τόπον της χλόης… κάλεσόν με εκ του ονόματος, ίνα ακούσω της φωνής σου, εγώ, το σον πρόβατον… απάγγειλόν μοι, ον ηγάπησεν η ψυχή μου… πως γαρ μη σε αγαπήσω…μείζονα ταύτης αγάπην ουκ έστιν επινοήσαι η το τη ση ψυχή την σωτηρίαν την  εμήν ανταλλάξασθαι».

Σ  αυτήν την τρυφερότητα, σ  αυτήν την πατρική σχέση με τον Θεό, «άνοιξαν»  οι Πατέρες μας την ύπαρξή τους. Και γι  αυτό ψηλάφησαν το καθ’ ομοίωσιν, που χωρίς κανέναν δισταγμό μπορούμε να το περιγράψουμε ως μίμηση αγάπης Θεϊκής, αγάπης πατρικής προς τον κόσμο.

Δεν αναζητούμε λοιπόν μόνον το γράμμα των Πατέρων. Καλύτερα από εμένα γνωρίζετε, πως «το…γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί». (Κορ. Β , 3, 16). Το πνεύμα αναζητούμε, των Πατέρων το πνεύμα, το φιλάνθρωπον των Πατέρων.

Στο σημείο όμως αυτό θα μου επιτρέψετε να επισημάνω ένα, κατά τη γνώμη μου, καίριο σημείο: Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας ακολουθεί την κένωση του Θεού – πατέρα, που διαρκώς εξέρχεται, προκειμένου να μεταμορφώσει και εξαγιάσει το εκάστοτε παρόν. Η αγάπη της Εκκλησίας για τον κόσμο, όπως και η αντίστοιχη του Θεού γι’ αυτόν, δεν εκφράζεται  αφ΄  υψηλού και -κυρίως- δεν παραμένει άσαρκη και ανιστορική. Η αγάπη είναι παρουσία εν χρόνω, είναι πράξη στο «εδώ» και το «τώρα».  Ο Θεός δεν καλεί τον άνθρωπο να δράσει και να θεολογήσει εκτός τόπου και χρόνου. Δεν τον καλεί να περιφρονήσει την ιστορία, ως μία τραγική παρένθεση ενός επουράνιου σχεδίου, που απέτυχε. Αντίθετα, ο κάθε τόπος και η κάθε στιγμή αποτελούν έναν εν δυνάμει φεγγίτη αιωνιότητας. Ο Ίδιος εισέρχεται ως θριαμβευτής – προπομπός στην ανθρώπινη ιστορία, επιλέγοντας ένα συγκεκριμένο ιστορικό παρόν. Το έργο Του συντελείται εφ΄ άπαξ ως δυνατότητα, παραμένει, όμως, ζητούμενο ως εκπλήρωση στο εκάστοτε παρόν. Η Εκκλησία μας, ως σώμα Του, εισέρχεται διαρκώς στον κόσμο, αγαπάει διαρκώς τον κόσμο, προσλαμβάνει διαρκώς τον κόσμο, μεταμορφώνει διαρκώς τον κόσμο, λυτρώνει διαρκώς τον κόσμο. Κάθε ιστορική στιγμή προσφέρεται για εγκεντρισμό, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, για μπόλιασμα δηλαδή της αιωνιότητας στην φθαρτή μας ύπαρξη.

Οι Πατέρες μας, οι κατ’ εξοχήν εκφραστές αυτής της συνάντησης Εκκλησίας και κόσμου, αγάπησαν και έδωσαν μαρτυρία λόγου ή και αίματος, στον κόσμο του καιρού τους. Με αυτήν την έννοια ανήκουν στην ιστορία. Τόσο πολύ, όμως, η αγάπη απάλλαξε την ύπαρξή τους από τα μεταπτωτικά στίγματα των πταισμάτων, ώστε έσπασαν τους φραγμούς του παρόντος τους ούτως, ώστε να φτάνουν ολοζώντανοι μέχρις εμάς. Με αυτήν την έννοια ανήκουν στην αιωνιότητα. Συνεπώς, δεν υπάρχει τέλος της «εποχής των Πατέρων». «Άλλαξε ποτέ το ήθος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε μία ορισμένη ιστορική στιγμή η χρονολογία…;» αναρωτιέται ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι  (Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου αιώνα [Γεωργίου Φλωρόφσκι έργα 8], μτφρ. Π. Πάλλη, εκδ. Πουρνάρα, Θες/νίκη 1992, σ. 67).

Όχι, αδελφοί μου! Υπάρχει το παρόν των Πατέρων, υπάρχει το μέλλον των Πατέρων. Αλλά, πέραν τούτου, υπάρχει και κάτι θεμελιώδες, όπως σημειώνει σύγχρονος Ορθόδοξος Ιεράρχης: «Ενώ η ουσία της πατερικής θεολογίας παραμένει αναλλοίωτη, οι άνθρωποι κάθε εποχής και κάθε πολιτισμού βιώνουν με τρόπο διαφορετικό τα υπαρξιακά προβλήματατά τους. Χρέος της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι να προσπαθεί να απαντά διαρκώς στο ερώτημα, όχι τί είπαν οι Πατέρες στην εποχή τους (αυτό είναι έργο των ιστορικών), αλλά τί θα έλεγαν σήμερα, αν βρίσκονταν αντιμέτωποι με τα προβλήματα ενός σύγχρονου δυτικού ανθρώπου ή Αφρικανού κ.τ.λ. Αυτό θα αποτελούσε «προδοσία» των Πατέρων; Κάθε άλλο. Προδοσία θα αποτελούσε, αντιθέτως, η μετατροπή των Πατέρων σε αρχαιολογικούς θησαυρούς, που τους φυλάσσουμε στο μουσείο, χωρίς να τους αφήνουμε να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής μας»[1].    Η αναφορά σ’  αυτούς όχι μόνον δεν αποτελεί παρελθοντολογία, αλλά, αντίθετα, αποτελεί και εγγύηση διαρκούς ανάδειξης νέων Πατέρων. Η Πατερική χορεία δεν έχει κλείσει. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε, πρώτα απ’ όλα, αμφισβήτηση της διαρκούς παρουσίας του Αγίου πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Τολμώ να πω, όμως, πως θα αποτελούσε και προδοσία του πνεύματος των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Διότι αυτοί, ουδέποτε φιλοδόξησαν να αποτελέσουν … «πηγή» η δεξαμενή παραπομπών. Ζώντας ανάμεσά μας, ακόμη και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεν ξεφυλλίζουν ενώπιόν μας συγγράμματα και τόμους. Προτιμούν να δείχνουν με το δάκτυλο μία διαδρομή, που ξεκινά από το «σήμερα», το δικό μας «σήμερα», και τερματίζει στην πύλη της αιωνιότητας. Όχι αντιγραφείς τους, όχι μελετητές τους μάς προτρέπουν να γίνουμε, αλλά  μιμητές τους, «καθώς εκείνοι Χριστού».

2012, αγαπητοί μου αδελφοί. 21ος αιώνας. Ο αιώνας της δικής μας προσκλήσεως και προκλήσεως αγάπης προς τον κόσμο, πατρότητας για τον κόσμο, αγιότητας χάριν του κόσμου. Σήμερα, τώρα, η δική μας στιγμή, η δική μας δυνατότητα, η δική μας απάντηση. Τα ίδια εφόδια με τους Πατέρες μας διαθέτουμε: Τάλαντα, ευκαιρίες, Θεό αγάπης ως αρωγό και μία Παράδοση, που διασφαλίζει την ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Τί άλλο θέλουμε;

Μπορεί η Πατερική γραφίδα να έγινε για μας πληκτρολόγιο, μπορεί το ακροατήριό τους να έχει δώσει τη θέση του σε ένα απείρως πολυπληθέστερο σημερινό, μέσω ερτζιανών και Διαδικτύου. Ίδιες, όμως, οι ανάγκες του κόσμου, ίδιος ο δρόμος μας, ίδια η ευθύνη μας. Άλλος από μας με τον λόγο, άλλος με την συγγραφή, άλλος με την πράξη, ο καθένας με το χάρισμά του, καλούμεθα να αποτελέσουμε τους πατέρες της γενεάς μας. Και ανάμεσά μας εκείνοι. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Όχι ως παρελθοντολογία και εγκλωβισμός, αλλά ως μέτρο και οδηγός λόγων και πράξεων.

Με αυτό το πνεύμα σας καλώ στις συνάξεις αυτές. Αποτελούν ευκαιρία, όχι μόνον προσέγγισης πηγών, αλλά βαθύτερης γνωριμίας με το Ορθόδοξο ήθος, το φιλάνθρωπο, το διαχρονικό αλλά και πάντα επίκαιρο Ορθόδοξο ήθος. Αποτελούν όμως και ευκαιρία αυτογνωσίας, με οδηγό την ακλόνητη πίστη των Πατέρων μας προς τον Χριστό, την φλογερή τους αγάπη προς τον άνθρωπο, την αδαπάνητη ελπίδα τους στην υπέρβαση των κατά πάντας τους καιρούς επώδυνων περιστάσεων και την τελική σωτηρία του σύμπαντος κόσμου.

Ο Θεός να ευλογήσει την προσπάθεια αυτή και να την καταστήσει αφορμή τιμής προς εκείνους, ενδυνάμωσης δικής μας  και δόξας προς τον Πανάγαθο Θεό.

 

 


[1] Απόσπασμα από ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου.

Related posts