18 Σεπτεμβρίου, 2020

Τελευταια Νεα

Χαιρετισμός του Σεβ. κ.Ιγνατίου στο Διεθνές Συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών

Η Χριστιανική παρουσία και μαρτυρία στην Μ. Ανατολή

Χαιρετισμός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
στο Διεθνές Συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών
και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Βόλος, 20-22 Ιουνίου 2011

 

Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, βιώνει μια αντινομική κατάσταση: ζει και πορεύεται στον κόσμο, αλλά ωστόσο δεν αποτελεί δημιούργημα αυτού του κόσμου (εν τω κόσμω αλλ’ ουχ’ εκ του κόσμου). Πορεύεται δηλαδή, στην ιστορία από την Ανάληψη μέχρι την Παρουσία του Κυρίου της με σκοπό να Τον υπηρετεί. Και οι χριστιανοί ως μέλη του Σώματος αυτού, έχουν ως χρέος να εκδηλώνουν με τη ζωή και τις πράξεις τους μαρτυρία για το ευαγγέλιο και θυσιαστικό ήθος για τη σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου.

Ζώντας στις αρχές του 21ου αιώνα η Εκκλησία φαίνεται ότι βρίσκεται για μία ακόμη φορά σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Σε καθημερινή βάση τα δελτία ειδήσεων κατακλύζονται από την περιγραφή συγκρούσεων, που αφορούν σε ποικίλες εκδηλώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως λ.χ. στο πολιτικό, κοινωνικό, εθνικό αλλά και ειδικότερα στο θρησκευτικό πεδίο. Η ζωή του ανθρώπου διαχρονικά, χαρακτηρίζεται από την προκλητική απουσία, ή στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορία για κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης, ειρήνης ή εκδήλωσης συγχωρητικότητας. Φαίνεται πως ο άνθρωπος της εποχής μας δυσκολεύεται όχι μόνο να αποδεχθεί, αλλά πολύ περισσότερο να δείξει ανεκτικότητα προς κάθε μορφή ετερότητας και διαφορετικότητας.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον δεν φαίνεται να εκπλήσσει το γεγονός πως ο θρησκευτικός χώρος αποτελεί συχνά τον βασικό παράγοντα που οδηγεί σε διάφορες μορφές βίας και συγκρούσεων. Έτσι ενώ από τη μια καταγράφεται η λεγόμενη «επιστροφή της θρησκείας» στη δημόσια σφαίρα, ταυτόχρονα σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάζεται το φαινόμενο μιας θρησκευτικά νομιμοποιημένης βίας.

Στην προοπτική αυτή, η αναζωπύρωση της πνευματικότητας και του ενδιαφέροντος για τις θρησκευτικές παραδόσεις, συχνά συνδέθηκε με την ανάπτυξη ενός ριζικού φονταμενταλισμού, που επιδιώκει τον εξοβελισμό από το άμεσο περιβάλλον κάθε διάστασης θρησκευτικής ή άλλης διαφορετικότητας. Συχνά, μάλιστα οι παραδόσεις αυτές σχετίστηκαν πολύ στενά με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, χρησιμοποιώντας την ως όχημα ή μέσο για επίτευξη ανίερων συμμαχιών και σκοπών.

Παρόμοια κατάσταση παρουσιάζεται δυστυχώς ορισμένες φορές και στο πλαίσιο των χριστιανικών Εκκλησιών. Παρότι η κατανόηση και ερμηνεία της βίας μέσα στη χριστιανική παράδοση φαίνεται να καλύπτεται από ένα πέπλο αμφισημίας, θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η βία δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση θεϊκή επιταγή, καθώς βρίσκεται στον αντίποδα της εντολής «ου φονεύσεις» του Δεκαλόγου ή της μείζονος εντολής της αγάπης και της υπέρβασης του μίσους ακόμη και έναντι των εχθρών. Την ίδια εμπειρία συναντάμε και στα πολλά παραδείγματα από τη ζωή και την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος στη δισχιλιετή πορεία του, όπου το μαρτύριο καθίσταται το κατεξοχήν σημείο της υπέρβασης και του τέλους κάθε μορφής βίας. Το ευαγγέλιο του Χριστού, όπως αυτό κηρύχθηκε από τους Αποστόλους και την Εκκλησία, αποτελεί το καλύτερο και το διαρκώς επίκαιρο παράδειγμα που οφείλει να προσδιορίζει το πλαίσιο των σχέσεων μας προς τους άλλους (λ.χ. το συνάνθρωπο, τις κοινωνίες, τους άλλους πολιτισμούς και τις θρησκείες). Καθόσον ο Χριστός σταυρώθηκε εκ μέρους της ανθρωπότητας, προκειμένου να εξαλείψει τη δύναμη του θανάτου, νομιμοποιούμαστε άραγε εμείς να συνεχίζουμε να διαπράττουμε κάθε είδους βιαιότητα στον πλησίον μας; Ο Χριστός μας κατέστησε ικανούς να προσφέρουμε χωρίς προϋποθέσεις συγ-χώρηση προς όλους, με μοναδικό όρο να αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του άλλου τη ζωντανή εικόνα του Θεού. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο σταυρός του Χριστού αποτελεί τον απαράβατο κανόνα κοινωνικής ζωής για τους χριστιανούς και μπορεί να προωθήσει το αναγκαίο θυσιαστικό μοντέλο βίου σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Οι προκλήσεις, ωστόσο, για την Εκκλησία και τη θεολογία της γίνονται στις μέρες μας ολοένα και πιο ριζικές. Το «λίκνο» της Χριστιανοσύνης, οι Άγιοι Τόποι και ευρύτερα η Μέση Ανατολή, αλλά και περιοχές της Βόρειας Αφρικής, μοιάζει να είναι και πάλι στο επίκεντρο έντονου προβληματισμού, αποτελώντας εκ νέου πεδίο σκληρής πολιτικής, πολιτισμικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης. Πλήθος συγκρούσεων λαμβάνουν για μια ακόμη φορά χώρα στις περιοχές αυτές, θέτοντας σε κίνδυνο την πολύπαθη ειρήνη. Πρόσφατα ωστόσο (ας θυμηθούμε λ.χ. την τραγωδία των Χριστιανών στο Ιράκ, ή τις επιθέσεις εναντίον των αδελφών μας των Κοπτών στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο), οι χριστιανοί φαίνεται πλέον να αντιμετωπίζουν, όχι απλά την λεκτική καχυποψία και την εχθρική στάση απεναντί τους, αλλά ζήτημα επιβίωσης και συνέχισης της ίδιας της φυσικής παρουσίας τους στις αρχέγονες αυτές εστίες της χριστιανικής πίστης. Για πολλούς λόγους μεταβάλλονται συχνά σε θύματα ποικίλων εθνοτικών και εμφύλιων συγκρούσεων. Από τη μια μεριά η κατάσταση της συνεχιζόμενης κατοχής της Παλαιστίνης, η αναβίωση ποικιλόχρωμων εθνικιστικών και φονταμενταλιστικών ρευμάτων όπως και η συχνή πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας, και από την άλλη η υποκριτική συμπεριφορά και διγλωσσία των μεγάλων δυνάμεων με τη μέχρι πρότινος στήριξη των καταπιεστικών καθεστώτων και την ανοχή της βίας, χάριν των οικονομικών και άλλων συμφερόντων τους, έχουν ως αποτέλεσμα την ασφυκτική πίεση προς την κατεύθυνση της συρρίκνωσης των χριστιανών της περιοχής.

Πλήθος θυμάτων από όλες τις χριστιανικές παραδόσεις προ(σ)καλούν τη διεθνή κοινότητα, αλλά και προπάντων τις χριστιανικές Εκκλησίες σε αναστοχασμό και αναζήτηση μέσων και τρόπων παρέμβασης στην προβληματική αυτή κατάσταση, για τη διάσωση των χριστιανικών πληθυσμών και την κατά το δυνατό εδραίωση της ειρήνης. Πρόκειται για μια κρίσιμη για την Ορθοδοξία συγκυρία, η οποία οφείλει καταρχάς να έρθει σε αναγκαίο αυτοκριτικό διάλογο με το πρόσφατο παρελθόν της, επανεξετάζοντας ενδεχόμενες πολιτικές επιλογές και πρακτικές που οδήγησαν σε ποικίλα αδιέξοδα. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα πως μια τέτοια προβληματική αντιμετώπιση της κατάστασης κατέστησε μέχρι σήμερα συχνά στην πράξη αναποτελεσματική κάθε απόπειρα προς την κατεύθυνση του εμπολιτισμού και της ενσωμάτωσης των χριστιανών στις γηγενείς κοινωνίες, ή του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών τους ελευθεριών, αλλά ακόμη και στην διεθνή ανάδειξη των προβλημάτων τους, με σκοπό την καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας, ομόνοιας και καταλλαγής.

Στο Διεθνές αυτό συνέδριο με θέμα; «Η χριστιανική παρουσία και μαρτυρία στην Μέση Ανατολή σήμερα: Θεολογικές και πολιτικές προκλήσεις», που διοργανώνεται από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Μητροπόλεώς μας και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, εδώ στη φιλόξενη πόλη του Βόλου, θα τεθούν επι τάπητος τα καίρια ζητήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χριστιανικοί πληθυσμοί στην περιοχή αυτή. Οι προσκεκλημένοι μας, κληρικοί και λαϊκοί, κορυφαίοι πνευματικοί άνθρωποι, πολιτικοί και στοχαστές, με διεθνή αναγνώριση, θα επιδιώξουν να προσεγγίσουν το ιδιαιτερα λεπτό και ευαίσθητο αυτό ζήτημα, προσφέροντας με ζωντανό τρόπο σημαντικές προσωπικές μαρτυρίες από την εμπερίστατη περιοχή τους, με κεντρική επιδίωξη να αναδειχθούν τελικά τα φλέγοντα προβλήματα έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εξεύρεση μιας βιώσιμης, αλλά πάνω απ’ όλα δίκαιης και ειρηνικής λύσης.

Με τις σκέψεις αυτές χαιρετίζω το παρόν συνέδριο συγχαίροντας τους διοργανωτές, ευχόμενος κάθε επιτυχία στις εργασίες του και επικαλούμενος την άνωθεν ευλογία και τον εκ Θεού φωτισμό για την ευόδωση των σκοπών του.

Related posts