03 Νοεμβρίου, 2026

Τελευταια Νεα

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης: Ένα γεγονός χάριτος και μια ευθύνη  για το μέλλον της Ορθοδοξία, Περιστέρι 2/11/2026

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης: Ένα γεγονός χάριτος και μια ευθύνη για το μέλλον της Ορθοδοξίας.

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου

Δέκα χρόνια μετά τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στo Κολυμπάρι της Κρήτης, τον Ιούνιο του 2016, μας δίδεται η ευκαιρία να αναλογιστούμε τη σημασία εκείνου του ιστορικού γεγονότος αλλά και την ευθύνη που απορρέει από αυτό για το παρόν και το μέλλον της Εκκλησίας μας. Δεν πρόκειται απλώς για μια επέτειο, ούτε για την αναδρομική αποτίμηση μιας εκκλησιαστικής συνάθροισης. Πρόκειται περισσότερο για την ανάγκη να αναγνωρίσουμε τι προσέφερε η Σύνοδος στη ζωή της Ορθοδοξίας, τι κατορθώσαμε και τι δεν κατορθώσαμε, αλλά κυρίως πώς μπορούμε να συνεχίσουμε την πορεία που εγκαινιάστηκε στην Κρήτη.

Η συνοδικότητα ως εκκλησιολογική αναγκαιότητα.

Θα ήθελα εξαρχής να διατυπώσω μια βασική μου πεποίθηση: η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Η σύγκλησή της δεν αποτελούσε απλά μια επιθυμητή πρωτοβουλία ή την εκπλήρωση ενός μακροχρόνιου θεσμικού σχεδιασμού. Ήταν μια ιστορική, εκκλησιολογική και ποιμαντική αναγκαιότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορούσε να συνεχίσει επ’ αόριστον να αναβάλλει τη συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων της, επικαλούμενη διαρκώς δυσκολίες, επιφυλάξεις και διαφωνίες. Η προετοιμασία της Συνόδου, εξάλλου, είχε ήδη διαρκέσει πολλές δεκαετίες. Από τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μέχρι τις προσυνοδικές συναντήσεις των επόμενων χρόνων, είχε πραγματοποιηθεί μια εκτεταμένη διαδικασία θεολογικής επεξεργασίας, διαλόγου και συνεννόησης μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η προσπάθεια αυτή μαρτυρούσε την κοινή συνείδηση ότι η Ορθοδοξία χρειαζόταν να εκφράσει συνοδικά την ενότητά της και να αντιμετωπίσει συλλογικά τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου.

Άλλωστε, η συνοδικότητα δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα διοικητική λειτουργία της Εκκλησίας. Ανήκει στην ίδια την ταυτότητά της. Όπως ανέδειξε με ιδιαίτερη θεολογική εμβρίθεια ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, η Εκκλησία δεν μπορεί να νοηθεί ως άθροισμα ανεξάρτητων εκκλησιαστικών οργανισμών, αλλά ως κοινωνία τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες εκφράζουν την ενότητά τους μέσα από την ευχαριστιακή κοινωνία και τη συνοδική τους συνάντηση. Η συνοδικότητα, επομένως, δεν είναι απλώς ένας τρόπος λήψεως αποφάσεων, αλλά έκφραση του ίδιου του μυστηρίου της Εκκλησίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μακροχρόνια αδυναμία συγκλήσεως μιας Πανορθόδοξης Συνόδου αποτελούσε ένα βαθύ εκκλησιολογικό παράδοξο. Πώς ήταν δυνατόν η Ορθοδοξία, η οποία δικαίως προβάλλει τη συνοδικότητα ως ουσιώδες γνώρισμα της παράδοσής της, να δυσκολεύεται τόσο πολύ να την πραγματοποιήσει στο επίπεδο της παγκόσμιας εκκλησιαστικής της παρουσίας; Η αντίφαση αυτή προκαλούσε απορία, ακόμη και σκανδαλισμό, στους άλλους χριστιανούς, οι οποίοι έβλεπαν την Ορθόδοξη Εκκλησία να επικαλείται διαρκώς τη συνοδική της κληρονομιά, χωρίς να μπορεί να την εκφράσει με έναν σύγχρονο πανορθόδοξο τρόπο.

Τη βαθύτερη αυτή διάσταση της συνοδικότητας ανέδειξε με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο και ο μακαριστός Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware. Σε εισήγησή του για τη συνοδικότητα και το πρωτείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, υπογράμμιζε ότι σκοπός κάθε γνήσιας Συνόδου είναι η αναζήτηση ενός κοινού φρονήματος, το οποίο δεν αποτελεί απλώς το άθροισμα των επιμέρους απόψεων, αλλά καρπό της παρουσίας του Χριστού και της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και η συνοδικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στη λειτουργία ενός εκκλησιαστικού θεσμού. Είναι πρωτίστως μια πνευματική εμπειρία κοινωνίας και κοινής διακρίσεως, κατά την οποία η Εκκλησία καλείται να υπερβαίνει τις επιμέρους διαφορές και να αναζητεί από κοινού το θέλημα του Θεού.

Aπό την προετοιμασία στην πραγματοποίηση: η ευθύνη της ενότητας.

Οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε τον καθοριστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ιδιαίτερα της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Με υπομονή, επιμονή και αίσθημα ιστορικής ευθύνης, ο Παναγιώτατος εργάστηκε για την ολοκλήρωση της μακράς προσυνοδικής διαδικασίας, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η προσωπική του συμβολή, τόσο στην προετοιμασία όσο και στην προεδρία της Συνόδου, υπήρξε αποφασιστική.

Η σημασία αυτής της συμβολής υπερβαίνει, ωστόσο, το επίπεδο της προσωπικής πρωτοβουλίας. Η Σύνοδος της Κρήτης ανέδειξε στην πράξη τη διακονία ενότητας που ασκεί ο Οικουμενικός Θρόνος ως Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας. Ανέδειξε επίσης τη βαθιά σχέση πρωτείου και συνοδικότητας. Το πρωτείο δεν αποτελεί μια εξουσία αποκομμένη από τη συνοδική κοινωνία των Εκκλησιών, όπως και η συνοδικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια χαλαρή συνύπαρξη ανεξάρτητων εκκλησιαστικών οργανισμών. Το ένα προϋποθέτει το άλλο, όταν εκφράζονται αυθεντικά ως διακονία της ενότητας και της κοινής εκκλησιαστικής ευθύνης.

Πρέπει, επιπλέον, να υπενθυμίσουμε ότι η πραγματοποίηση της Συνόδου υπήρξε αποτέλεσμα συλλογικής πανορθόδοξης αποφάσεως. Η Σύναξη των Προκαθημένων στο Σαμπεζύ της Γενεύης, τον Ιανουάριο του 2016, επιβεβαίωσε την απόφαση συγκλήσεώς της και καθόρισε την ημερήσια διάταξή της. Οι Εκκλησίες είχαν ήδη συμβάλει επί δεκαετίες στην επεξεργασία των σχετικών κειμένων, τα οποία είχαν υποστεί διαδοχικές διορθώσεις και προσαρμογές. Ασφαλώς, δεν ήταν όλες αυτές οι τροποποιήσεις εξίσου επιτυχείς. Ορισμένες φορές η αναζήτηση συμβιβαστικών διατυπώσεων περιόρισε τη θεολογική τόλμη ή την ποιμαντική σαφήνεια των αρχικών προτάσεων. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της διαδικασίας. Τα κείμενα που εγκρίθηκαν στην Κρήτη υπήρξαν καρπός μακρόχρονης πανορθόδοξης συνεργασίας και απέκτησαν, με τη συνοδική τους έγκριση, ιδιαίτερη εκκλησιαστική βαρύτητα.

Υπήρχε, συνεπώς, ένας ιστορικός κύκλος που έπρεπε να ολοκληρωθεί. Η διαρκής αναβολή της Συνόδου, με την προσδοκία μιας απόλυτης συμφωνίας σε κάθε λεπτομέρεια, θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με παραίτηση από τη συνοδική ευθύνη. Διότι η συνοδικότητα δεν προϋποθέτει την εξαφάνιση κάθε διαφωνίας. Υπάρχει ακριβώς για να επιτρέπει στις Εκκλησίες να συναντώνται, να συνομιλούν και να αναζητούν από κοινού λύσεις στα προβλήματά τους.

Η σημασία, όμως, της Συνόδου δεν περιορίζεται στο γεγονός της πραγματοποίησής της. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε και το ουσιαστικό θεολογικό και ποιμαντικό έργο που επιτελέστηκε στην Κρήτη. Με τα κείμενά της, και ιδιαίτερα με εκείνο για την αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, η Σύνοδος διατύπωσε μια κοινή μαρτυρία για την αξία του ανθρωπίνου προσώπου, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στις προκλήσεις της εποχής μας. Παράλληλα, επιβεβαίωσε τη σημασία του διαλόγου με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, ενώ αντιμετώπισε και συγκεκριμένα ζητήματα εκκλησιαστικής και ποιμαντικής ζωής. Ακόμη και όπου οι τελικές διατυπώσεις υπήρξαν αποτέλεσμα δύσκολων συμβιβασμών, το γεγονός ότι η Ορθοδοξία κατόρθωσε να εκφράσει συνοδικά έναν κοινό λόγο για τόσο σημαντικά ζητήματα αποτελεί επίτευγμα που δεν πρέπει να υποτιμούμε.

Οι απουσίες και η δοκιμασία της εκκλησιαστικής ενότητας.

Είναι γνωστό ότι τέσσερις Εκκλησίες, τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Μόσχας και οι Εκκλησίες Βουλγαρίας και Γεωργίας, δεν συμμετείχαν τελικά στη Σύνοδο. Οι απουσίες αυτές υπήρξαν αναμφίβολα οδυνηρές. Δεν αναιρούν, ωστόσο, τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της συνοδικής πρωτοβουλίας, ούτε μπορούν να ακυρώσουν το έργο που επιτελέστηκε. Η Εκκλησία δεν μπορεί να καταστεί όμηρος μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία η αποχή μιας ή περισσότερων τοπικών Εκκλησιών αρκεί για να παραλύσει κάθε κοινή συνοδική προσπάθεια.

Δέκα χρόνια αργότερα, μάλιστα, οι απουσίες αυτές αποκτούν μια πρόσθετη και ιδιαίτερα δραματική σημασία. Υπό το φως όσων ακολούθησαν, μπορούμε να διακρίνουμε σ’ εκείνη την κρίση όχι απλώς ένα επεισόδιο εκκλησιαστικής διαφωνίας, αλλά ένα προειδοποιητικό σημάδι βαθύτερων ρηγμάτων στο σώμα της Ορθοδοξίας. Ρηγμάτων, στα οποία οι εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις συνδέθηκαν με εθνικές επιδιώξεις, γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και αντιλήψεις ισχύος. Η ολομέτωπη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, και κυρίως η θρησκευτική και ιδεολογική νομιμοποίηση που της προσέφερε η ηγεσία του Πατριαρχείου Μόσχας, αποκάλυψαν με τραγικό τρόπο το βάθος αυτής της κρίσης. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να αποδώσουμε σε όλες τις απούσες Εκκλησίες τα ίδια κίνητρα ή τις ίδιες ευθύνες, ούτε να θεωρήσουμε ότι η μη συμμετοχή στη Σύνοδο προκάλεσε τον πόλεμο. Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι η αδυναμία κοινής εκκλησιαστικής πορείας υπήρξε ένα ανησυχητικό σύμπτωμα της προϊούσας υποταγής της εκκλησιαστικής ζωής σε αλλότριες επιδιώξεις.

Εδώ αγγίζουμε και μια βαθύτερη πνευματική διάσταση. Η ιστορία της Εκκλησίας δεν εξελίσσεται έξω από την πραγματικότητα της ανθρώπινης αδυναμίας, της αμαρτίας και του κακού. Όταν ο εθνικισμός, η επιδίωξη ισχύος και η αντιπαλότητα υπερισχύουν της αδελφικής κοινωνίας, δεν έχουμε απλώς μια δυσλειτουργία των εκκλησιαστικών θεσμών. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας πνευματικής δοκιμασίας, στην οποία οι δυνάμεις της διαίρεσης αντιστρατεύονται την ενότητα που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, με τον ανθρώπινο πόνο και την καταστροφή που προκάλεσε, καθιστά ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη να αντισταθούμε σε κάθε προσπάθεια μετατροπής της Εκκλησίας σε όργανο πολιτικής και εθνικής ισχύος. Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εγκατάλειψη της συνοδικότητας, αλλά η αποφασιστικότερη καλλιέργειά της. Η Σύνοδος της Κρήτης μάς υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν αποτελεί μια αυτονόητη κατάσταση, εξασφαλισμένη μια για πάντα, αλλά μια διαρκή ευθύνη που απαιτεί ταπείνωση, διάκριση και έμπρακτη αδελφική αγάπη.

 

Η Σύνοδος ως γεγονός χάριτος και η ευθύνη της πρόσληψης

Θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να προτείνω και μια βαθύτερη θεολογική προσέγγιση: η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος υπήρξε ένα γεγονός χάριτος για την Εκκλησία. Όχι με την έννοια ότι κάθε απόφαση ή διατύπωσή της ήταν τέλεια ή υπεράνω κριτικής, αλλά επειδή μέσα από τη συνοδική συνάντηση δόθηκε στην Εκκλησία μια ιδιαίτερη δυνατότητα να βιώσει και να εκφράσει την ενότητά της. Έχοντας ζήσει ο ίδιος τη μακρά διαδικασία της προετοιμασίας και έχοντας συμμετάσχει στις εργασίες της Συνόδου, μπορώ να πω ότι η εμπειρία αυτή υπήρξε κάτι περισσότερο από μια σειρά εκκλησιαστικών συνεδριάσεων. Ήταν μια ζωντανή εμπειρία της προσπάθειας να υπερβούμε τις επιμέρους διαφορές μας και να αναζητήσουμε από κοινού το θέλημα του Θεού. Και υπό αυτή την έννοια πιστεύω ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος υπήρξε πράγματι ένα γεγονός χάριτος για την Εκκλησία.

Η χάρις του Θεού, ωστόσο, δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία και ευθύνη. Δεν λειτουργεί μηχανιστικά ούτε καθιστά περιττή τη δική μας ανταπόκριση. Εναπόκειται στην ίδια την Εκκλησία να προσλάβει, να καλλιεργήσει και να αξιοποιήσει αυτή τη χάρη, ώστε το συνοδικό γεγονός να αποδώσει καρπούς στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Η πρόσληψη των αποφάσεων μιας Συνόδου δεν είναι μια απλή διοικητική επικύρωση. Είναι μια ζωντανή εκκλησιαστική διαδικασία, κατά την οποία τα κείμενα και οι αποφάσεις ενσωματώνονται στην ποιμαντική πράξη, στον θεολογικό προβληματισμό και στην καθημερινή ζωή των πιστών. Υπό αυτή την έννοια, η Σύνοδος της Κρήτης παραμένει ανοιχτή ως προς την ιστορική καρποφορία της. Το έργο της δεν ολοκληρώθηκε με τη λήξη των συνεδριάσεών της.

Νέες ποιμαντικές προκλήσεις για μια παγκόσμια Ορθοδοξία

Αυτή η προοπτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία μπροστά στις νέες ποιμαντικές πραγματικότητες που ανοίγονται στο 21ο αι. Θα ήθελα να αναφερθώ ειδικότερα σε δύο ζητήματα που απαιτούν σήμερα μια ανανεωμένη πανορθόδοξη αντιμετώπιση.

Το πρώτο είναι το ζήτημα της Ορθόδοξης Διασποράς. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έγιναν και τη θεσμοθέτηση των Επισκοπικών Συνελεύσεων, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα των παράλληλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές. Οι ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση είναι γνωστές. Ωστόσο, δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι μια εκκλησιαστική οργάνωση που ακολουθεί πρωτίστως εθνικές και γλωσσικές διαχωριστικές γραμμές ανταποκρίνεται πλήρως στην ευχαριστιακή και κανονική αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας.

Το δεύτερο ζήτημα συνδέεται με τη διαρκώς αυξανόμενη, σε διάφορες χώρες, παρουσία ανθρώπων που προσέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προέρχονται από παραδοσιακά ορθόδοξα οικογενειακά ή πολιτισμικά περιβάλλοντα. Οι νέοι αυτοί πιστοί αναζητούν την ορθόδοξη πίστη, τη λειτουργική ζωή και την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας. Δεν προσέρχονται για να ενταχθούν σε μια εθνική κοινότητα ή για να υιοθετήσουν μια συγκεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα.

Η παρουσία τους αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία, αλλά και μια σοβαρή ποιμαντική πρόκληση. Απαιτεί ανανέωση της κατήχησης, ουσιαστική ένταξη στην ενοριακή ζωή και υπέρβαση γλωσσικών και πολιτισμικών αποκλεισμών. Απαιτεί επίσης ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε μορφές ιδεολογικής εργαλειοποίησης της Ορθοδοξίας, οι οποίες ενίοτε προσελκύουν ανθρώπους περισσότερο με την υπόσχεση μιας ισχυρής ταυτότητας ή μιας αντιπαράθεσης προς τον σύγχρονο κόσμο παρά με το ίδιο το ευαγγελικό μήνυμα. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο του θεματοφύλακα των ιστορικών και πολιτισμικών παραδόσεων των λαών που τη διαμόρφωσαν. Είναι η Εκκλησία του Χριστού, με αποστολή που υπερβαίνει κάθε εθνικό και πολιτισμικό σύνορο. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται μια ανανεωμένη συνοδική συνείδηση, ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες του σημερινού κόσμου.

Από το γεγονός της Συνόδου στη διαρκή συνοδική πορεία.

Φθάνουμε, έτσι, στο βασικό συμπέρασμα. Η Σύνοδος της Κρήτης δεν πρέπει να θεωρηθεί ένα μεμονωμένο ιστορικό επίτευγμα αλλά η αφετηρία μιας συνεχούς συνοδικής πορείας. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να περιμένει άλλες πέντε ή έξι δεκαετίες για να αντιμετωπίσει συλλογικά τις προκλήσεις που ήδη βρίσκονται ενώπιόν της. Χρειαζόμαστε μια σταθερότερη πανορθόδοξη συνοδική πρακτική, με τακτικές συναντήσεις, θεσμούς συνεργασίας και ουσιαστική συμμετοχή των κατά τόπους Εκκλησιών. Στην προσπάθεια αυτή, ο συντονιστικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου παραμένει καθοριστικός. Η εμπειρία του 2016 απέδειξε ότι η διακονία ενότητας του Οικουμενικού Θρόνου δεν αποτελεί μόνο ένα ιστορικό ή κανονικό προνομία αλλά πολύ περισσότερο συνιστά μια ζωντανή ευθύνη για το παρόν και το μέλλον της Ορθοδοξίας.

Αγαπητοί μου,

Δέκα χρόνια μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, δεν καλούμαστε ούτε να εξιδανικεύσουμε άκριτα το γεγονός της Κρήτης ούτε να παραβλέψουμε τις δυσκολίες και τις ελλείψεις του. Καλούμαστε να αναγνωρίσουμε με ευγνωμοσύνη όσα επιτεύχθηκαν και να αναλάβουμε με συνέπεια την ευθύνη για όσα απομένουν.

Η Σύνοδος έπρεπε να γίνει. Πραγματοποιήθηκε, παρά τις δυσκολίες, και προσέφερε στην Εκκλησία μια πολύτιμη παρακαταθήκη. Ήταν ένα γεγονός χάριτος, το οποίο μας καλεί ακόμη να ανταποκριθούμε στο δώρο που λάβαμε. Η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να αποδώσουμε σήμερα στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν είναι απλώς να υπερασπιστούμε το παρελθόν της, αλλά να εξασφαλίσουμε το μέλλον της συνοδικής πορείας που εγκαινίασε. Διότι η συνοδικότητα δεν είναι μόνον η ιστορική κληρονομιά της Ορθοδοξίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία καλείται να ζει την ενότητά της, να αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες της και να προσφέρει στον κόσμο τη μαρτυρία της συμφιλίωσης, της ειρήνης και της αγάπης του Χριστού. Και αυτό είναι σήμερα το κοινό μας χρέος!

Related posts