Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου
Ιερατική Σύναξη Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026
Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος, Μεσολόγγι
Σεβασμιώτατε, αγαπητοί πατέρες.
Με χαρά και συγκίνηση βρίσκομαι ανάμεσά σας, σε αυτήν την ιερή και μαρτυρική πόλη του Μεσολογγίου, ξεκινώντας τις φετινές ιερατικές συνάξεις με θέμα την πίστη ως πηγή καρτερίας και προσήλωσης. Θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε το θέμα μας και με κάποιες πτυχές αυτού του ιστορικού ορόσημου, της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου.
Στεκόμαστε σήμερα με βαθύ σεβασμό μπροστά σε ένα από τα πιο εμβληματικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας: την Έξοδο του Μεσολογγίου. Διακόσια χρόνια μετά, το Μεσολόγγι δεν αποτελεί απλώς έναν τόπο μνήμης· αποτελεί ένα «θρηνητικό συναξάρι», όπως χαρακτήρισε ο Κόντογλου τις τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πριν από την Άλωση. Ένα θρηνητικό συναξάρι θυσίας, πίστης και ελπίδας.
Η τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου, που κορυφώθηκε την άνοιξη του 1826, δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική αναμέτρηση. Ήταν μια πνευματική δοκιμασία. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εξαντλημένοι από την πείνα, τις αρρώστιες και τις κακουχίες, επέλεξαν συνειδητά να μην παραδώσουν την ελευθερία και την πίστη τους. Προτίμησαν την έξοδο προς τον θάνατο από την είσοδο στη δουλεία. Και αυτή η επιλογή δεν ήταν μια πράξη απελπισίας, αλλά μια πράξη ελπίδας — ελπίδας θεμελιωμένης στον Χριστό.
Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος γράφει για τους Μεσολογγίτες: «Εκείνοι για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό τους, εκατονταπλασίασαν την ψυχή τους. Ο ένας δεν ήταν ένας. Με μία θεϊκή έξαρση, ανέβηκαν πάνω από το φόβο, πάνω από τον εαυτό τους και τις ανάγκες του. Γνώριζαν το τέλος τους, αλλά συνέβη το παράδοξο, να μην πιστεύουν πως υπάρχει τέλος. Ως να είχαν να κάνουν μ’ έναν αμφίδρομο περίπατο: Από τη ζωή στο θάνατο κι από το θάνατο στη ζωή. Περπατούσαν με άνεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ως να μην τα χώριζε τίποτα».
Δεν είναι τυχαίο ότι η Έξοδος πραγματοποιήθηκε τη νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς την Κυριακή των Βαΐων. Η Εκκλησία εκείνες τις ημέρες εισέρχεται στο κατ’ εξοχήν μυστήριο της θυσίας: τη Μεγάλη Εβδομάδα. Όπως ο Χριστός βαδίζει εκούσια προς το Πάθος, έτσι και οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες βάδισαν εκούσια προς τη θυσία. Γνώριζαν ότι ανθρωπίνως οι πιθανότητες ήταν ελάχιστες· πίστευαν όμως, όπως είπε ο Κολοκοτρώνης, ότι «ο Θεός αποφάσισε και είπε να ελευθερωθούμε. Και ο Θεός το λόγο Του δεν τον παίρνει πίσω».
Σ’ ένα Συνέδριο που έγινε στη Βερόνα το 1822 και στο οποίο πήραν μέρος όλες οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Αυστρία, και η Πρωσία, πολλοί εκ των οποίων ήταν φανατικοί εχθροί του δικού μας λαού, η προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει μια επιτροπή με εκπροσώπους της, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, προκειμένου να ακουστεί και η δική της γνώμη. Όταν όμως η επιτροπή έφτασε στην Αγκώνα, οι κύριοι Σύνεδροι χαρακτήρισαν αυθάδη την τόλμη τους και ζήτησαν να τους απελάσουν. Το Συνέδριο, καταδίκασε για μία ακόμη φορά την Ελληνική Επανάσταση. Μετά το αποτυχημένο αυτό εγχείρημα στη Βερόνα, ο Ανδρέας Μεταξάς, έγραψε: «Οι ηγεμόνες μάς εγκαταλείπουσι και εις ημάς μόνον έχομεν να ελπίζομεν». Και ο Κολοκοτρώνης έγραψε στα «Απομνημονεύματά» του : « Όταν είδα ότι εις τα συμβούλια της Βιέννης δεν έγινε κανένα καλό διά ημάς, απελπίσθηκα από τους ξένους και είπα να μην έχουμε ελπίδα λυτρώσεως άλλην παρά από τον εαυτόν μας και από τον Ύψιστον».
Κι έτσι πολύ συχνά πορευόταν ο λαός μας κατά τη διάρκεια αυτής της πρωτοφανούς επανάστασης. Δίχως ισχυρούς συμμάχους. Με όλες τις συνθήκες αντίξοες. Με όλους τους μαθηματικούς υπολογισμούς να πέφτουν έξω. Εναποθέτοντας την ελπίδα τους στον Ύψιστο Θεό. Είναι γνωστή η απόκριση του στρατηγού Μακρυγιάννη στον Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, όταν ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε πως ήταν αδύνατον να ανακόψουν την προέλαση του Ιμπραήμ Πασά: «Τί κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες, τί πόλεμο θα κάμετε με τον Μπραΐμη;». Και απαντά ο Μακρυγιάννης: «Είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός όπου μας προστατεύει… Παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά».
Το εικονοστάσι του Γένους μας είναι γεμάτο από γνωστούς και άγνωστους ήρωες, που στάθηκαν πρότυπα ήθους, θυσίας, παλικαριάς και πίστης στον Θεό:
Σ’ αυτούς περιλαμβάνεται ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόκριτος, ικανότατος και εύπορος έμπορος από την Πάτρα, μέλος τριμελούς διευθυντικής επιτροπής Δυτικής Ελλάδος. Ο Παπαδιαμαντόπουλος έτρεξε πρόθυμα στο Μεσολόγγι προκειμένου να συνδράμει μεταφέροντας τρόφιμα και πολεμοφόδια στους πολιορκημένους με δικά του έξοδα. Πολέμησε και πέθανε μαζί με τους Μεσολογγίτες. Έγραψαν γι’ αυτόν όσοι τον γνώρισαν: «Ο θερμουργός πατριώτης δεν ανήκεν ούτε εις το προσφιλές αυτού εμπόριον, ούτε εις τα πλούτη, ούτε εις τας άλλας επικερδείς αυτού επιχειρήσεις, αλλ΄ ούτε εις αυτήν την οικογένειαν, παρ’ ης ελατρεύετο και ην ηγάπα περιπαθέστατα. Κατέστη επαναστάτης κατά της κακοδιοικήσεως της πατρίδος του και αφιέρωσεν εαυτόν ψυχή τε και σώματι εις τα συμφέροντα ταύτης… Έν μόνον και τότε διετήρησεν απαραμείωτον ο Παπαδιαμαντόπουλος: την εις τα θεία ευσέβειαν».
Σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται επίσης ο σεβαστός επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ, ο οποίος δεν παρέλειπε να μεταλαμβάνει συχνά τους υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και δημοφιλής στους Μεσολογγίτες και οι Ακολουθίες που τελούσε δεν έπαψαν να συγκεντρώνουν αρκετό κόσμο σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας. Ο Ρωγών Ιωσήφ υπαγόρευε το σχέδιο της εξόδου για το βράδυ του Σαββάτου της 10ης Απριλίου 1826, ξημερώνοντας η Κυριακή των Βαΐων, ξεκινώντας με το: «Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος…». Ο ίδιος, τέλεσε την τελευταία Λειτουργία, και κατά την τελευταία τραγική στιγμή προ της Εξόδου εμψύχωνε τους πολιορκημένους Μεσολογγίτες λέγοντας: «Μάρτυρας κι εγώ των αγώνων σας, θέλω ομολογήσει και εις τον Θεόν μετά θάνατον την αλήθειαν των δεινών σας και την αρετήν της φρουράς. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον».
Ο μεγάλος σύγχρονος ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ τονίζει ότι η Ελληνική Επανάσταση είχε έντονα θρησκευτικό προσανατολισμό (αργότερα ακολούθησε δυτικά εκκοσμικευμένα πρότυπα). Παρότι η πληθώρα επιδιώξεων και ιδεών είναι φυσική σε κάθε επανάσταση, η αντίληψη περί απόλυτης ταύτισης ελληνικότητας και χριστιανοσύνης κυριάρχησε.
Τι είναι όμως αυτό που έκανε τους Μεσολογγίτες να υποστούν αυτήν την υπεράνθρωπη θυσία; Δεν ήταν θνητοί σαν κι εμάς; Δεν φοβόντουσαν; Δεν ήταν απλοί καθημερινοί άνθρωποι; Η απάντηση είναι ναι. Αλλά ήταν άνθρωποι πίστης. Είχαν βαθιά ριζωμένη μέσα τους την πίστη στον Χριστό. Και ακριβώς όπως την ορίζει ο Απόστολος Παύλος, η πίστη είναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». (Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’ αυτά που δε βλέπουμε. Εβρ 11:1). Τι ακριβώς όμως σημαίνει αυτό;
Ο μακαριστός Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, κυρός Ιωάννης Ζηζιούλας, δίδασκε ότι πριν από το Μυστήριο του Βαπτίσματος οι χριστιανοί καλούνται να στραφούν από τη Δύση προς την Ανατολή και να δηλώσουν την πίστη τους στον Χριστό. «Αυτό είναι μία πολύ σημαντική λειτουργική ενέργεια διότι περιλαμβάνει αυτή την πράξη της μεταστροφής, της αλλαγής της στάσεως εκ Δυσμών προς Ανατολάς…Αυτή η στροφή σημαίνει ότι για να πει ‘’πιστεύω’’ ο άνθρωπος, θα πρέπει να αλλάξει στάση απέναντι των όντων. Επομένως η πίστη είναι βασικά μια στάση που παίρνει ο άνθρωπος απέναντι της υπάρξεως, και η στάση αυτή είναι οπωσδήποτε αντίθετη από εκείνη που παίρνει με τη βιολογική του υπόσταση. Οπωσδήποτε δεν μπορείς να πεις ‘’πιστεύω’’ εάν είσαι προσκολλημένος στην ίδια κατεύθυνση που έχεις πάρει από τη βιολογική σου γέννηση… Όταν γεννιέται ο άνθρωπος παίρνει μια στάση απέναντι στη ζωή, απέναντι των όντων, απέναντι του Θεού. Λοιπόν αυτό πρέπει να ανατραπεί και η στροφή θα γίνει προς Ανατολάς. Η Ανατολή λειτουργικά, όπως ξέρετε, είναι το σημείο προς το οποίο κατευθύνονταν οι προσευχές των πρώτων Χριστιανών διότι απ’ εκεί ανεμένετο η επάνοδος του Χριστού. Ήταν συνεπώς το κατ’ εξοχήν εσχατολογικό σημείο μέσα στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Η στροφή προς Ανατολάς εσήμαινε ότι στρεφόμαστε προς το σημείο εκείνο, από το οποίο αναμένουμε τα Έσχατα να εισδύσουν και να πραγματοποιηθούν. Είναι λοιπόν η Πίστη, εν τοιαύτη περιπτώσει, μια στροφή προς τα Έσχατα. Προς τα πράγματα τα οποία θα έλθουν, τα οποία δεν τα έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας. Επομένως με την πίστη στρέφεται κανείς προς το μέλλον, προς τα Έσχατα.
Όταν απαγγέλλει ο προς το βάπτισμα το «Πιστεύω», αυτό ουσιαστικά αποτελεί απάντηση σε μια ερώτηση. Δεν είναι ποτέ κάτι που μπορεί να προέλθει μόνο του από την οιαδήποτε στάση, την οιαδήποτε σκέψη ή τοποθέτηση του ανθρώπου μόνου του. Χρειάζεται να απαντήσει σε μίαν ερώτηση που την θέτουν οι άλλοι. Οι δε άλλοι που θέτουν την ερώτηση είναι η κοινότητα της Εκκλησίας. Συνεπώς έξω από τα πλαίσια της κοινότητας της Εκκλησίας δεν μπορεί να πει ‘’Πιστεύω’’ ο άνθρωπος. Δεν μπορεί μέσα στο δωμάτιό του κλεισμένος ο άνθρωπος ν’ αναπτύξει την πίστη. Μόνο μέσα στην κοινότητα, η οποία του θέτει το ερώτημα».
Η πίστη, λοιπόν, δεν αποτελεί ένα αντικείμενο απλής γνώσης ούτε μια νοητική σύλληψη που κατακτάται αποκλειστικά με τη δύναμη της διάνοιας. Δεν είναι μια καθαρά γνωστική διεργασία, κάτι που το μυαλό κατανοεί και αποδέχεται με λογικούς όρους. Η πίστη είναι πρωτίστως καρπός της θείας Χάριτος. Αλλά όχι μόνο της Χάριτος. Απαιτείται η συνέργεια της Χάριτος —και μάλιστα κατά κύριο λόγο αυτής— με ορισμένους ακόμη ουσιώδεις παράγοντες: με την ελεύθερη ανθρώπινη βούληση, με τη γνώση που διαθέτουμε, με τη σκέψη μας, αλλά και με την καρδιά μας. Ο Θεός επιθυμεί να πιστέψουμε και γι’ αυτό προσφέρει απλόχερα τη Χάρη Του. Αν όμως, από τη δική μας πλευρά, δεν υπάρξει ανταπόκριση, αν δεν συνεργαστούμε με τη Χάρη, τότε η πίστη δεν μπορεί να καρποφορήσει μέσα μας. Είναι αναγκαίο να θελήσουμε εμείς οι ίδιοι να πιστέψουμε, να συνδράμει η ανθρώπινη γνώση, όσο μπορεί και όσο της είναι δυνατόν, να συμμετάσχει η σκέψη μας και, κυρίως, να ανοίξει η ανθρώπινη καρδιά.
Όταν ομολογούμε «Πιστεύω εις ένα Θεόν», όπως διακηρύσσουμε στο Σύμβολο της Πίστεως, αυτή η ομολογία σημαίνει ότι αποδεχόμαστε το σύνολο της διδασκαλίας της Εκκλησίας, όσα μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες. Τα αποδεχόμαστε όλα, ακόμη κι αν δεν τα γνωρίζουμε πλήρως ή δεν τα κατανοούμε σε βάθος. Η πίστη δεν προϋποθέτει την πλήρη γνώση, αλλά την εμπιστοσύνη και τη ζωντανή ένταξη στην εκκλησιαστική κοινότητα και εμπειρία.
Όμως ακόμη και όταν, διά της πίστεως, ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο και η σχέση μαζί Του βιώνεται υπαρξιακά, αποκτώντας χαρακτήρα εμπειρίας, η πίστη δεν πρέπει να θεμελιώνεται ούτε να αντλεί την ισχύ της από αυτές τις εμπειρικές επιβεβαιώσεις. Η γνήσια πίστη δεν εξαρτάται από αποδείξεις. Αντιθέτως, συχνά καλείται να σταθεί στην απουσία τους· ιδίως στις στιγμές όπου ο Θεός σιωπά, αποσύρεται, και δεν γίνεται αισθητός ούτε καν στο επίπεδο της πνευματικής εμπειρίας, όπως ίσως τότε στους πεινασμένους υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Τότε ακριβώς η πίστη αποκαλύπτεται ως αυθεντική και αληθινή.
Πραγματική πίστη είναι να αναγνωρίζει κανείς την ύπαρξη του Θεού και την αλήθεια των υποσχέσεών Του, ακόμη και όταν η εμπειρία και η ανθρώπινη λογική φαίνεται να μαρτυρούν το αντίθετο. Υπό αυτή την έννοια, η πίστη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα υπαρξιακό άλμα προς ένα Πρόσωπο, το οποίο εμπιστευόμαστε ότι μας αγαπά άνευ όρων, ό,τι κι αν συμβεί. Όσες ενδείξεις κι αν παρουσιάζονται που φαίνεται να διαψεύδουν αυτή την αγάπη, εμείς επιμένουμε να πιστεύουμε ότι το Πρόσωπο αυτό δεν μας εγκαταλείπει, ότι μας αγαπά και παραμένει παρόν.
Έτσι, ο Θεός γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ίδιας μας της υπάρξεως, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούμε να νοήσουμε την ύπαρξή μας χωρίς Αυτόν. Βεβαίως, ο άνθρωπος παραμένει ελεύθερος· δεν εξαναγκάζεται αντικειμενικά να αναγνωρίσει την ύπαρξη του Θεού. Όμως, ελεύθερα και συνειδητά, επειδή εντάσσει αυτή τη σχέση αγάπης στον πυρήνα της ζωής του, αναγνωρίζει την ύπαρξή Του και στηρίζει εκεί την ασφάλεια και την ελπίδα του· όχι στην εμπειρία του ούτε σε εξωτερικές, αντικειμενικές βεβαιότητες, αλλά στη ζωντανή σχέση εμπιστοσύνης μαζί Του.
Ωστόσο η πίστη, κατά τον Παύλο, «καταργηθήσεται». Διότι θα εκλείψει κάποτε αυτός «ο έλεγχος των μη βλεπομένων», διότι στη Βασιλεία του Θεού θα γίνουν «βλεπόμενα». Θα εκλείψει ακόμη και «η υπόστασις των ελπιζομένων», καθώς εκείνα που σήμερα αποτελούν αντικείμενο προσδοκίας θα καταστούν πλήρης και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Όταν φθάσει αυτή η στιγμή, εκείνο που —κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου— θα παραμείνει και θα επιζήσει, θα είναι η Αγάπη. Διότι τότε η πίστη δεν θα έχει πλέον πεδίο αναφοράς· σε τι να στηριχθεί, όταν όσα πιστεύαμε έχουν ήδη φανερωθεί; Η πίστη αντλεί το νόημά της από την παρούσα κατάσταση, από τον χώρο των «ελπιζομένων και μη βλεπομένων», από εκείνη την υπαρξιακή πραγματικότητα στην οποία ο άνθρωπος καλείται να αναγνωρίσει ως όντα, πράγματα που ακόμη δεν έχει ενώπιόν του. Εφόσον αυτή η συνθήκη εκλείψει, εφόσον τα ελπιζόμενα πάψουν να είναι αντικείμενο προσδοκίας και γίνουν εμπειρική βεβαιότητα, τότε δεν υφίσταται πλέον λόγος ύπαρξης της πίστεως. Εκείνο που απομένει, ως αιώνια και ακατάλυτη πραγματικότητα, είναι η Αγάπη.
Η ανθρώπινη σωτηρία για τους Μεσολογγίτες ήταν λογικά και ανθρωπίνως αδύνατη. Όταν έφτασαν σε οριακά σημεία από την πείνα και τις κακουχίες, όταν κατασφάζονταν από τους Τούρκους, όταν τινάζονταν στον αέρα προτιμώντας τον ακαριαίο θάνατο από την ταπείνωση, τη σκλαβιά και τον βίαιο εξισλαμισμό, η ανθρώπινη λογική έλεγε ότι όλα χάθηκαν. Ότι κούφια ήταν η ελπίδα και η πίστη των πολιορκημένων. Όμως η πραγματική πίστη δεν ψηλαφείται. Δεν μετριέται με νίκες και εκπληρώσεις ευχών και επιθυμιών. Είναι πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων. Τα βλεπόμενα είναι αυτά που μας πείθουν για την ύπαρξή τους, υπόκεινται στον έλεγχο των αισθήσεων. Η πίστη στον Χριστό έχει απαραίτητη προϋπόθεση την ελευθερία. Δεν πιστεύουμε διότι πρέπει να πιστέψουμε, διότι είμαστε υποχρεωμένοι να πιστέψουμε. Πιστεύουμε γιατί μας δίνει την ελευθερία ο Χριστός να πιστέψουμε. Εάν η πίστη επιβαλλόταν από τις αισθήσεις μας, θα ήταν μια γνώση υποχρεωτική για εμάς. Αυτό όμως δεν μπορούμε βάσει του ορισμού της «Προς Εβραίους», να το ονομάσουμε πίστη. Όταν ο Ίδιος ο Χριστός πέθαινε πάνω στον Σταυρό και από κάτω χλευάζοντας οι Φαρισαίοι Τού ζητούσαν κάποιο σημείο για να πιστέψουν, αγνοούσαν ότι το μεγαλύτερο σημείο, το μεγαλύτερο θαύμα ήταν ακριβώς εκεί μπροστά στα μάτια τους. Ήταν η θυσία του ίδιου του Υιού του Θεού.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Μεσολογγίτες έκαναν αυτό το άλμα της πίστης και απέκτησαν μια ταυτότητα την οποία ελεύθερα επέλεξαν: να στραφούν προς τον Χριστό. Το Μεσολόγγι ως κόκκος του σίτου έπεσε και απέθανε, αλλά έφερε καρπόν πολύν. Ο θάνατος των Μεσολογγιτών δεν ήταν το τέλος , αλλά η αρχή μιας νέας σελίδας στην Ελληνική ιστορία. «Η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήσει και πεσούσα», όπως αναφώνησε ο Τρικούπης. Το ολοκαύτωμα της πόλεως, και ο εξανδραποδισμός των Ελλήνων επιζώντων του Μεσολογγίου ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη της Ευρώπης και του τότε γνωστού κόσμου· προκάλεσαν τη διεθνή δημόσια κατακραυγή, τη γιγάντωση των φιλελληνικών πρωτοβουλιών και την ολοκληρωτική μεταστροφή της ευρωπαϊκής διπλωματίας προς υπεράσπιση των Ελλήνων. «Λυπούμαι , Μεγαλειότατε, που η Αυστρία δεν μπορεί να σας βοηθήσει περισσότερο. Δυστυχώς εμεσολάβησε το Μεσολόγγι» έγραφε ο παντοδύναμος ανθέλληνας Μέττερνιχ στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β, τον Ραζή. Η θυσία του Μεσολογγίου έγινε συντελεστική αιτία της σωτηρίας του Ελληνισμού. Όλος ο κόσμος έβλεπε πλέον τους Έλληνες «όλο και περισσότερο όχι σαν εξεγερμένους, αλλά σαν χριστιανούς […], που διεξήγαν όχι μια επανάσταση, αλλά ένα πόλεμο για να υπερασπιστούν τη θρησκευτική ελευθερία τους».
Και συνεχίζει ο Μαζάουερ: «Το μεγαλύτερο θαύμα απ’ όλα ήταν βέβαια η έκβαση του ίδιου του πολέμου. … Όταν αποφασίστηκε να αρχίσει η εξέγερση, η πλειοψηφία είχε αψηφήσει τις προειδοποιήσεις ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμη μ’ ένα απλό επιχείρημα: θα παρέδιδαν ‘’τω Θεώ τα περαιτέρω’’. Με τούτη τη συγκεκριμένη έννοια, θεωρούσαν τον αγώνα τους ιερό κι επιστράτευσαν σ’ αυτόν τη βοήθεια του Θεού. Όταν ο Κολοκοτρώνης μάζεψε τριακόσους άντρες, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να ζωγραφίσουν τον σταυρό στα μπαϊράκια τους. Ιερείς συμμετείχαν στις μάχες της επανάστασης και αρχιεπίσκοποι στις συνελεύσεις της. Και ο εχθρός βέβαια επικαλούνταν την πίστη, και την άνοιξη του 1821 ο σουλτάνος είχε εξαγγείλει ότι ο πόλεμος εναντίον των στασιαστών ήταν ιερός πόλεμος. Επρόκειτο λοιπόν για θρησκευτικό πόλεμο κι από τις δύο μεριές. Αλλά ενώ ο σουλτάνος ζητούσε τη βοήθεια του Θεού για να επανέλθουν γρήγορα τα πράγματα στην κανονικότητα, οι Έλληνες έβλεπαν την απόφαση να ξεσηκωθούν σαν μια δοκιμασία της πίστης τους για δύο πολύ διαφορετικούς λόγους: πρώτον, επειδή δεν υπήρχε τίποτα το κανονικό στην ανάσταση ενός έθνους, και δεύτερον, επειδή οι πιθανότητες ήταν τόσο δυσμενείς γι’ αυτούς… ‘’Ο Θεός μόνος έσωσε την Ελλάδα δια θαυμάτων’’ (Ηλίας Σαλαφατίνος)».
Η Τουρκοκρατία μετέτρεψε την Ελλάδα σε έναν τόπο μαρτυρικό. Έναν τόπο ποτισμένο από τα πικρά δάκρυα και το αίμα των προγόνων μας. Έκλαψε το Γένος μας όπως ο Ισραηλιτικός λαός επί των ποταμών Βαβυλώνος αλλά και κάτω από την καταπίεση των Αιγυπτίων. Και όπως ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να ηγηθεί της πορείας προς την ελευθερία, έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάλεσε και τους Μεσολογγίτες να δώσουν το μήνυμα στους Οθωμανούς να αφήσουν τον λαό Του να Τον λατρεύσει ελεύθερα.
Ακούστε πόσο όμορφα παραλληλίζει τις δύο αυτές Εξόδους, του Μεσολογγίου και των Ισραηλιτών, ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στον Ύμνο εις την ελευθερίαν:
Ἄ, γιατί δεν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα την ὥρα
ὁποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,
τον Θεον εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός.
Ἀκλουθάει την ἁρμονία
ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ’ ἕνα τύμπανο τερπνόν
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τσ’ ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ την κόψι
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ την ὄψι
ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
(Δ. Σολωμού, ύμνος εις την ελευθερίαν, στροφές 118-122)
«Καὶ μετὰ ταῦτα εἰσῆλθε Μωϋσῆς καὶ Ἀαρὼν πρὸς Φαραὼ καὶ εἶπαν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἐξαπόστειλον τὸν λαόν μου, ἵνα μοι ἑορτάσωσιν ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Έξοδ 5, 1).